Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2011
Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011
Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011
Τι μας λείπει στη ζωή;
Ο κυκλος του 99
Ζούσε κάποτε, πριν πολλά χρόνια, ένας βασιλιάς πολύ θλιμμένος που είχε έναν υπηρέτη χαρούμενο και αισιόδοξο.
Κάθε πρωί ξυπνούσε τον βασιλιά πηγαίνοντας του το πρόγευμα, τραγουδούσε χαρούμενα στιχάκια, του έκανε αστείους μορφασμούς. Στο κεφάτο πρόσωπό του υπήρχε πάντα ένα μεγάλο φωτεινό χαμόγελο, αλλά και όλη του η ζωή ήταν ήρεμη και ευτυχισμένη.
Κάποια μέρα ο βασιλιάς δεν άντεξε και τον ρώτησε:
-Ποιό είναι το μυστικό σου;
-Ποιό μυστικό Μεγαλειότατε;
-Μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Ποιό είναι το μυστικό της χαράς σου. Λέγε γρήγορα.
-Μα…δεν υπάρχει μυστικό Μεγαλειότατε.
-Πως τολμάς να λες ψέμματα σ΄εμένα. Έχω κόψει κεφάλια για πολύ μικρότερες προσβολές, από ένα ψέμα.
-Πιστέψτε με Μεγαλειότατε, σας παρακαλώ, δεν σας κρύβω τίποτα. Δεν υπάρχει κανένα μυστικό.
-Και πως τα καταφέρνεις βρε ανόητε και είσαι όλη την μέρα τόσο κεφάτος; Σε έχω παρακολουθήσει, σε βλέπω. Ολο χαχαχού και αστεία είσαι.
-Μα Μεγαλειότατε, η ζωή ήταν τόσο γενναιόδωρη μαζί μου. Η Λαμπροσύνη σας με τιμά και με έχει στην υπηρεσία της. Με την γυναίκα μου και τα παιδιά μου μένουμε σ΄ένα ωραίο σπίτι που μας παραχώρησε το παλάτι. Μας προσφέρετε ρούχα και τροφή για όλους μας, δωρεάν εκπαίδευση στα παιδιά μου, επί πλέον δε, η Μεγαλειότητα σας μου πληρώνει και ένα μικρό μηνιαίο επίδομα, που ικανοποιεί τις μικροεπιθυμίες μας. Πως να μην είμαι ευτυχισμένος;
-Άκου, ηλίθιες δικαιολογίες εχω χορτάσει από τους συμβούλους μου. Αν δεν μου πεις το μυστικό της χαράς σου, η υπομονή μου θα εξαντληθεί και μαζί της και το κεφάλι στους ώμους σου. Είναι αδύνατον να είναι κάποιος ευτυχισμένος με αυτά που μου παρέθεσες.
-Μα Βασιλιά μου σας παρακαλώ πιστέψτε με. Δεν σας κρύβω κάτι. Πως θα μπορούσα άλλωστε. Δεν υπάρχει μυστικό.
-Χάσου απο μπροστά μου ηλίθιε, πριν φωνάξω το δήμιο. Γελοίε. Καραγκιόζη.
Ο υπηρέτης χαμογέλασε, έκανε μια βαθειά υπόκλιση, και βγήκε από το δωμάτιο. Τον βασιλιά όμως, δεν τον χωρούσε ο τόπος. Του φαινόταν τόσο παράλογο ο βαλές του να είναι τόσο ευτυχισμένος, ζώντας σε δανεικό σπίτι, τρώγοντας από τα περισσεύματα των αυλικών, φορώντας ρούχα από δεύτερο χέρι. Αφού κατάφερε κάπως να ηρεμήσει, φώναξε τον πιο σοφό σύμβουλό του και του διηγήθηκε την συζήτηση και την απορία του.
-Πες μου γέροντα, γιατί ο άνθρωπος αυτός είναι ευτυχισμένος;
-Α, Μεγαλειότατε, επειδή προφανώς βρίσκεται έξω από τον κύκλο.
-Έξω από που;
-Μα από τον κύκλο.
-Γι αυτό είναι ευτυχισμένος;
-Όχι μεγαλειότατε, γι αυτό δεν είναι δυστυχισμένος.
-Δεν καταλαβαίνω γέροντα. Δηλαδή όποιος είναι στον κύκλο είναι δυστυχής; Εγώ είμαι δυστυχής διότι είμαι μέσα στον κύκλο;
-Ακριβώς βασιλιά μου.
-Και πως βγήκε;
-Δεν μπήκε ποτέ.
-Βάλθηκες να με τρελλάνεις κι εσύ γέροντα. Τι στην οργή κύκλος είναι αυτός και γιατί μας προκαλεί θλίψη;
-Είναι ο κύκλος του ενενήντα εννέα.
-Και πως λειτουργεί αυτός ο διαολόκυκλος;
-Μεγαλειότατε είναι δύσκολο να σας τον εξηγήσω με λόγια, μπορώ όμως να σας τον δείξω στην πράξη.
-Δηλαδή τι θα κάνεις;
-Αν μου επιτρέψεται θα βάλω τον υπηρέτη σας στον κύκλο.
-Πως δηλαδή, θα τον σπρώξεις; είπε ο βασιλιάς κοροιδευτικά.
-Δεν θα χρειαστεί βασιλιά μου. Αν βρει την ευκαιρία θα μπει μόνος του.
-Και καλά, όταν μπεί δεν θα δει ότι αυτό τον έκανε δυστυχισμένο, ώστε να βγεί κατ΄ευθείαν;
-Θα το αντιληφθεί, αλλά δεν θα θέλει να φύγει.
-Δηλαδή μου λες ότι θα καταλάβει πως αν μπει στον κύκλο θα δυστυχήσει, αλλά παρ΄όλα αυτά θα μπεί οικιοθελώς και δεν πρόκειται να ξαναβγεί;
-Ακριβώς Μεγαλειότατε. Κανένας δεν θέλει να βγεί από τον κύκλο του ενενήντα εννέα. Οσο και αν τον κάνει δυστυχισμένο. Θα μάθεις λοιπόν πως λειτουργεί ο κύκλος, αλλά εσύ θα χάσεις έναν εξαίρετο υπηρέτη και το παλάτι έναν χαρούμενο άνθρωπο.
-Δεν με νοιάζει. Τι πρέπει να κάνουμε; Πότε ξεκινάμε;
-Σήμερα το βράδυ βασιλιά μου. Θα περάσω να σε πάρω . Θα έχεις ετοιμάσει ένα σακί με ενενήνταεννέα φλουριά. Ούτε ένα περισσότερο, ούτε ένα λιγότερο.
Πράγματι, την νύχτα ο σοφός πέρασε να πάρει τον βασιλιά. Πήγαν μαζί στο σπιτάκι του υπηρέτη, στην άκρη της αυλής του παλατιού, κρύφτηκαν και περίμεναν να ξημερώσει. Μόλις αχνοφέγγισε και άναψε στο δωμάτιο ένα κερί, ο σοφός έβαλε στο σακούλι ένα μύνημα που έλεγε:
Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΣΑΙ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ. ΑΠΟΛΑΥΣΕ ΤΟΝ. ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΠΩΣ ΤΟΝ ΒΡΗΚΕΣ.
Έδεσε το σακί στην πόρτα του υπηρέτη, χτύπησε δυό φορές και έτρεξε να ξανακρυφτεί. Οταν υπηρέτης βγήκε ξαφνιασμένος, ο βασιλιάς παρακολουθούσε πίσω από έναν θάμνο. Τον είδε να διαβάζει το μύνημα και να ανοίγει το πουγγί. Είδε την έκπληξη στο πρόσωπό του, το αρχικό φόβο, την καχύποπτη, ερευνητική ματιά μήπως ήταν κανένας τριγύρω. Τον είδε να σφίγγει το πουγκί στην αγκαλιά του, να ανοίγει το πουκάμισο και να το βάζει στο στήθος του, να χώνεται γρήγορα σπίτι του. Μόλις άκουσαν την κλειδαριά να διπλοαμπαρώνει, ο βασιλιάς με τον σοφό πλησίασαν στο παράθυρο για να κατακοπεύσουν.
Ο υπηρέτης είχε ρίξει στο πάτωμα τα πιατικά που ήσαν στο τραπέζι, αφήνοντας μόνο το κερί. Καθισμένος σε μια καρέκλα άδειαζε το περιεχόμενο.Τα μάτια ήταν γουρλωμένα, κόντευαν να βγουν έξω από τις κόγχες. Ηταν φανερό δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Ενα βουνό από χρυσά φλουριά. Ενας θησαυρός. Ολος δικός του. Αυτός που δεν είχε ποτέ ως τώρα στην ζωή ακουμπήσει έστω ένα χρυσό φλουρί, τώρα είχε ένα μικρό βουνό από αυτά. Δικά του.Αρχισε να τα χαζεύει και να τα κάνει στίβες. Τα κοίταζε πως άστραφταν στο φως του κεριού και χαζογελούσε. Τα συγκέντρωνε, τα σκόρπιζε για να ακούει το κουδούνισμά τους. Και όλο χαμογελούσε.
Παίζοντας άρχισε να τοποθετεί σε στίβες των δέκα. Μια δεκάδα, δύο δεκάδες, τρείς, τέσσερις, πεντε, έξι…Ταυτόχρονα έκανε και το άθροισμα. Πενήντα, εξήντα, εβδομήντα, ογδόντα, ενενήντα, εκατ…που είναι το τελευταίο? Ξαναμετρά μία μία τις στίβες να βρεί το λάθος, τίποτα. Τα στήνει σε κολώνες, την μία δίπλα στην άλλη, μήπως κάποια προεξέχει…Τίποτα. Η τελευταία κολώνα ελλειματική. Μόνο εννέα φλουριά. Κοιτάζει ερευνητικά το τραπέζι, σηκώνει το κερί, γυρίζει το μέσα έξω στο σακκούλι…Τίποτα. Γονατίζει και αρχίζει να ψάχνει στο πάτωμα. Δεν μπορεί τα φλουριά ΕΠΡΕΠΕ να είναι εκατό.
-Δεν είναι δυνατόν, μονολογούσε όσο έψαχνε. Κάπου πρέπει να μου έπεσε…κάπου πρέπει να είναι. Με λήστεψαν! Αλήτες! Κερατάδες! Με κλέψανε!
Γονατισμένος κοιτούσε πάνω στο τραπέζι, έβλεπε τις κολώνες με τα φλουριά και αισθανόταν πως κάτι του είχε διαφύγει. Δεν μπορεί, κάπου έκανε λάθος. Αδύνατον η μία κολώνα να είναι κουτσή. Αλλά το φλουρί που έλειπε, πουθενά.
Τελικά σαν να το πήρε απόφαση. Ενενηντα εννέα φλουριά, είναι πολλά λεφτά…συλλογίστηκε. Μπορώ να ζήσω την υπόλοιπη ζωή σαν άρχοντας…συνέχισε. Αλλά δεν είναι στρογγυλός αριθμός, ρε γαμώτο. Το εκατό, μάλιστα, είναι στρογγυλός αριθμός. Τώρα μου λείπει ένα.
Ο βασιλιάς και ο σοφός σύμβουλος κοιτούσαν από το παράθυρο. Το πρόσωπο του υπηρέτη δεν ήταν το ίδιο. Ηταν σκεπτικός, σκυθρωπός με χείλη στενά, τραβηγμένα. Με μάτια μισόκλειστα έξυνε το κεφάλι του.Κάτι σκεπτόταν. Μάζεψε τα φλουριά στο σακκούλι και κοιτάζοντας καχύποπτα ολόγυρα, το έκρυψε προσεκτικά, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε πίσω από ένα σωρό καυσόξυλα. Υστερα πήρε χαρτί και μολύβι και κάθισε να κάνει λογαριασμούς.
Πόσο καιρό πρέπει να κάνω οικονομίες, ώστε να αποκτήσω και το εκατοστό φλουρί; Ο υπηρέτης μιλούσε μόνος, παραμιλούσε ασυναίσθητα. Θα βρώ και δεύτερη δουλειά, θα δουλέψω σκληρά για ένα διάστημα, μέχρι να το κερδίσω. Μετά όμως μεγάλε…άραγμα. Ναι, με εκατό φλουριά, μπορεί ένας άνθρωπος να μην δουλεύει. Μπορεί να ζει δίχως σκοτούρες. Είσαι πλούσιος! Είσαι άρχοντας! Δεν υπάρχει λόγος να δουλεύεις. αγόρι μου!
Τελείωσε τους υπολογισμούς του. Αν δούλευε σκληρά κι έβαζε στην άκρη όλο το μηνιάτικο του και ότι έξτρα χρήματα έπαιρνε, σε πέντε το πολύ έξι χρόνια θα μπορούσε να αγοράσει ένα χρυσό φλουρί.
-Έξι χρόνια είναι πάρα πολλά, μονολόγησε. Θα μπορούσα όμως να βάλω και την γυναίκα μου να δουλέψει. Κάποια δουλειά θα βρεί να κάνει στην πολιτεία. Θα μπορούσε να καθαρίζει σπίτια. Αλλά κι εγώ, πέντε η ώρα τελειώνω από το παλάτι. Μπορώ να κάνω το βοηθό σε κανένα μάστορα, δυό τρεις ώρες μέχρι να νυχτώσει.
Ξαναπιάνει το μολύβι και αρχίζει πάλι τους υπολογισμούς. Με την έξτρα δουλειά τη δική του και την συνεισφορά της γυναίκας του θα μάζευε τα χρήματα για το φλουρί σε τρία χρόνια. Εξακολουθούσε να είναι πολύς, πολύς καιρός.
Ισως θα μπορούσαμε να κάνουμε και κάποιες οικονομίες. Να πουλήσουμε ας πούμε λίγο από το φαγητό. Ετσι κι αλλιώς το πολύ φαί, κακό κάνει. Ασε που μια και είναι τζάμπα, τό΄χουμε παρακάνει. Και τα χειμωνιάτικα παπούτσια. Τι χρειάζονται; Μπαίνει η Ανοιξη. Ερχονται ζέστες. Και τα επανωφόρια μπορώ να το πουλήσω. Να πουλήσω…Να πουλήσω…Πρέπει να γίνουν θυσίες. Αλλωστε θα πιάσουν τόπο. Σε δυό χρονάκια το πολύ θα αγοράσουμε το φλουρί που μας λείπει και μετά…ποιός μας πιάνει μετά. Θα είμαστε πλούσιοι. Οτι μας γιαλίζει θα το αγοράζουμε. Αυτό είναι. Δύο χρόνια στο τούνελ και μετά…
Ο βασιλιάς και ο σύμβουλος γύρισαν στο παλάτι. Ο υπηρέτης είχε μπεί στον κύκλο του ενενηντα εννέα.
Τους μήνες που ακολούθησαν, ο υπηρέτης έβαλε σε εφαρμογή τα σχέδια που είχε αποφασίσει εκείνο το πρωινό. Δούλευε πολύ, κουραζόταν, κακοκοιμόταν, αλλά επέμενε στην απόφασή του. Ενα πρωινό, μπήκε με το πρωινό στο δωμάτιο του βασιλιά, αργός, κακόκεφος, αμίλητος, όπως συνήθιζε τελευταία.
-Μα καλά, τί έπαθες εσύ, ρωτά τάχα ανήξερος ο βασιλιάς.
-Μια χαρά είμαι Μεγαλειότατε. Θέλετε τίποτε άλλο;
-Μέρες έχω να σ΄ακούσω να τραγουδάς. Σου συμβαίνει κάτι;
-Αν δεν κάνω λάθος, η δουλειά μου είναι σας σερβίρω και να σας βοηθώ να ντυθείτε. Δεν κάνω τη δουλειά μου? Την κάνω και μάλιστα άψογα, συνέχισε. Δεν με προσλάβατε για γελωτοποιό ούτε για τραγουδιστή.
Μετά από μερικούς μήνες, ο βασιλιάς έδιωξε τον υπηρέτη από το παλάτι। Δεν είναι ευχάριστο να περιβάλλεσαι από κακόκεφους, μουρτζούφληδες υπαλλήλους....
Ο ασπρομάλλης ψυχαναλυτής έκανε μια παύση και κοίταξε προσεκτικά τον ασθενή του. Προσπάθησε να διαβάσει τα συναισθήματα από την ιστορία στο πρόσωπό του. Ανακάθησε στην πολυθρόνα του, πήρε το ποτήρι δίπλα του και ρούφηξε μια μεγάλη γουλιά σακέ. Καθάρισε την φωνή του και συνέχισε:
Βλέπεις Ντεμιάν, εσύ, εγώ και όλοι μας έχουμε εκπαιδευθεί σ΄αυτήν την ()ιδεολογία। Πάντοτε κάτι μας λείπει για να νιώσουμε ικανοποιημένοι, και δυστυχώς μόνο αν είσαι ικανοποιημένος μπορείς να απολαύσεις όσα έχεις. Γι αυτό, μάθαμε πως τάχα η ευτυχία θα έλθει όταν ολοκληρώσουμε αυτό που μας λείπει…Και επειδή πάντα κάτι λείπει, ξαναγυρίζουμε στην αρχή και δεν απολαμβάνουμε ποτέ την ζωή…
Τι θα συνέβαινε όμως, αν η φώτιση ερχόταν στις ζωές μας και αντιλαμβανόμαστε, έτσι ξαφνικά, ότι τα ενενηντα εννιά φλουριά μας είναι το 100% του θησαυρού;
Οτι δεν μας λείπει τίποτα, κανένας δεν μας έκλεψε τίποτα, το εκατό δεν είναι καθόλου πιο στρογγυλός αριθμός από το ενενηντα εννιά;
Οτι αυτό, είναι μόνο μια παγίδα, ένα καρότο που έβαλαν μπροστά μας, για να είμαστε βλάκες, για να σέρνουμε το κάρο,κουρασμένοι, κακόκεφοι, δυστυχείς και συμβιβασμένοι;
Μια παγίδα για να μην σταματήσουμε ποτέ να σπρώχνουμε και να μείνουν όλα όπως έχουν. Αιωνίως τα ίδια. Πόσα θα άλλαζαν αν μπορούσαμε να απολαύσουμε τους θησαυρούς μας, έτσι ακριβώς όπως είναι. Ετσι ακριβώς όπως τους κατέχουμε.
Προσοχή όμως Ντεμιάν. Το να παραδεχτείς ότι το ενενηνταεννιά είναι ο θησαυρός, δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψεις τους στόχους σου. Δεν σημαίνει άραγμα, συμβιβασμός με οτιδήποτε. Γιατί άλλο το να παραδέχεσαι, κι άλλο το να συμβιβάζεσαι. Αυτό όμως, είναι σε άλλο παραμύθι.
Πηγή: Χόρχε Μπουκάι «Να σου πω μια Ιστορία»
φωτογραφία: las – initially
Ευχαριστίες στην Σοφία Μ.
Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2011
Η ντροπή: οι Τούρκοι στα σπίτια μας
Η ντροπή: οι Τούρκοι στα σπίτια μας
Χάξλεϋ
«Δεν του πάει Τούρκος τούτου του τόπου, ρε παιδιά, πώς να το κάνουμε», έλεγε ο ποιητής Κώστας Μόντης, βλέποντας, με νοτισμένα τα μάτια, την ωραία Αμμόχωστο, τον γενέθλιο τόπο του. Γιατί; διότι «από εκεί πέρασε ένας άλλος λαός που γέμισε πληγές το χώμα. Βρήκε εκκλησιές και τις χάλασε. Βρήκε λιακωτά και τα κούρσεψε. Βρήκε τα βήματα ενός πολιτισμού και θέλει να τα παραγράψει. Και χαλά. Γιατί δεν μπορεί να κτίσει. Και ιεροσυλεί. Γιατί δεν μπορεί να σεβαστεί. Και καταστρέφει. Γιατί δεν μπορεί να δημιουργήσει». («Απ’ εδώ πέρασαν εκείνοι», Άνθος Λυκαύγης. Κυπριακό Ανθολόγιο Ε-Στ’, Λευκωσία 1994, σελ. 195).
Έτσι μιλούν και γράφουν όσοι αγαπούν την πατρίδα και δεν ξεχνούν (άλλο πράγμα αν συγχωρούν) τις αδικίες, τις λεηλασίες, τις σφαγές στις οποίες μας καταδίκασε η συμβίωση με το εξ ανατολών θηρίο. Αλλά τώρα που καταντήσαμε «ανεμοδούρες, μηχανές διαφταρμένες», ως θα έλεγε ο τίμιος Μακρυγιάννης, έχουμε την Τουρκιά στα σπίτια μας, στις σάλες μας. Καθημερινοί μουσαφιραίοι, φίλοι καρδιακοί, οι γλυκανάλατες, σαχλές τουρκοσαπουνόπερες. Οι Γενοκτόνοι του λαού μας, οι εγκληματίες, οι δολοφόνοι του Ισαάκ, του Σολωμού, του Ηλιάκη, των τριών ηρώων των Υμίων, δόξη και τιμή, μπήκαν στα σπίτια μας. Χάθηκε η αγάπη στην πατρίδα. Φτώχυνε το κράτος, το καταλήστευσαν οι κοπροπολιτικάντηδες, αλλά η αηδία, η απόρριψη επεκτείνεται. Δεν περιορίζεται στους Γραικύλους της σήμερον, αλλά «επιπολαίως» απλώνεται στο χθες, σ’ αυτούς που ες αεί τους χρωστάμε στους νεκρούς. («Ελλάδα είσαι γεννημένη από τους πεθαμένους», κανοναρχεί ο ποητής Τάσος Λειβαδίτης). Οι ανίκανοι της σήμερον, δεν είναι η πατρίδα. Αυτοί είναι το όνειδός της. «Στώμεν καλώς». Η πατρίδα ποτέ δεν ξεπέφτει, δεν χάνεται στα τάρταρα της οικονομικής φρίκης, μονάχα ξαποσταίνει. Διασώζει ο Γιάννης Βλαχογιάννης στα «Διηγήματά» του ένα φωτεινό συμβάν στο οποίο πρωταγωνιστεί εκείνος ο «μεταξένιος» άνθρωπος, ο ήρωας Κωνσταντής Κανάρης.
Μετά την αποτυχία να πυρπολήσει στην Αλεξάνδρεια τον αιγυπτιακό στόλο (ωραία η ιστορία. Τούρκοι και Αιγύπτιοι, Μπραϊμηδες, Ερντογάνηδες και λοιπά Μεμέτια, τα ταγκαλάκια, ξανασμίγουν σήμερα, για να πνίξουν τον Ελληνισμό. Μόνο που τώρα λείπουν οι Κολοτρωναίοι, που, κατά τον Ελύτη, ήταν ικανοί να αποβάλουν την «τόσων αιώνων δουλεία, με σκέτο σαπουνόνερο»), επιστρέφει, λοιπόν, με τους ναύτες του, όλοι τους σε κακή κατάσταση, δίχως ψωμί και νερό. Εμφανίζεται τότε, ένα αυστριακό εμπορικό πλοίο. Σαλτάρουν οι Έλληνες στο καράβι, πιάνει ο Κανάρης τον πλοίαρχο. «Τι θέλετε;» ρωτάει έντρομος ο καπετάνιος. «Ψωμί, νερό και ό,τι άλλο έχει το καράβι, γιατί πεθαίνουμε από την πείνα», απαντάει ο Κανάρης. Ο αυστριακός προστάζει και κατεβαίνουν οι ζαϊρέδες στην βάρκα του μπουρλοτιέρη. Του λέει ο Κανάρης: «Δεν έχω χρήματα να σε πληρώσω τώρα• γράψε σ’ ένα χαρτί πόσο αξίζουν και φέρε το να το υπογράψω». «Δεν κάνουν τίποτα» αποκρίνεται ο ξένος.
«Φέρε το χαρτί και γράψε δύο χιλιάδες γρόσια», είπε έντονα ο Κανάρης. Και αφού υπόγραψε: «Αλλά εσείς δεν έχετε έθνος», απαντά ο καντιποτένιος, το κοπέλι της "Ιερής Συμμαχίας". Καπνίζουν τα μάτια του, αστράφτει και βροντά ο Κανάρης. «Αν δεν έχουμε έθνος, θα κάνουμε». (Τον βρήκε και τον πλήρωσε όταν γίναμε κράτος και ο ίδιος υπουργός και πρωθυπουργός). Έθνος υπήρχε, η έννοια της πατρίδος, ως μνήμη ζωήρρυτος και αειθαλής ζούσε - «εμάς ο αυτοκράτοράς μας, ο Παλαιολόγος, εσκοτώθη εις τα τείχη για να την παραδώσει την Πόλη» έλεγε ο Κολοκοτρώνης στον καπετάν Άμιλτον – κράτος δεν υπήρχε. Και όταν έγινε, έγινε, αφού «έφαγαν» τον μεγάλο Κυβερνήτη, το ψευτορωμαϊκο, αυτό που σήμερα μας υποτάσσει στην ακάθαρτη φράγκικη καλύπτραν. («Και λευτερωθήκαμεν από τους Τούρκους και σκλαβωθήκαμε εις ανθρώπους κακορίζικους όπου ήταν η ακαθαρσία της Ευρώπης», λέει ο στρατηγός). Εκείνοι οι άνθρωποι, οι ηρωϊκοί ραγιάδες, που τους «τηγάνιζε» καθημερινά ο αντίχριστος Τούρκος, είχαν την πατρίδα φυλαχτό σαν το Τίμιο Ξύλο. Έμεινε ο Μακρυγιάννης από χρήματα κάποτε. Του λέει «ο φίλος του» (έτσι τον ονομάζει) Γρόπιος, πρόξενος της Αούστριας. «Είναι ένας Άγγλος, ο Γκόρδον, βάνει τα μέσα του πολέμου, όσα χρήματα χρειαστούν. Του παραχωρείς την θέση σου;». Στοχεύει στη ρίζα, ο Γρόπιος, στην έμφυτη φιλοπρωτία και φιλαρχία του Έλληνα της εποχής, και, πολύ περισσότερο, στους αδούλωτους, απροσκύνητους, λεύτερους καπεταναίους του ’21.
Ο Μακρυγιάννης όμως, σαν τον δίκαιο Αριστείδη λίγο πριν από την ναυμαχία της Σαλαμίνας, λέει τούτα τα αθάνατα λόγια, που τα βρίσκω απ’ τα ομορφότερα και συγκινητικότερα, που ακούστηκαν από Ρωμηούς, του Γένους οι επιφανείς. «Σύρε πες του, όποιος είναι αυτός οπού θα βάλη τα χρήματα, όχι αρχηγόν τον κάνω καμπούλι (=δέχομαι), διά την αγάπη της πατρίδος μου, αλλά όπου κατουράγει να μου δίνει να πίνω εγώ το κάτρο• το κάνω αυτό και του το δίνω ενγράφως». «Διά την αγάπη της πατρίδος» πίνει και το «κάτουρον» του Φράγκου ο στρατηγός, διά την αγάπη της πατρίδος άφησε ο Παύλος Μελάς την σύγχρονη Βαβυλώνα της ηδονοθηρίας, της πλουτοκρατίας και της ασωτίας και ανέβηκε «εις Μακεδονίαν» για να βρει γαλήνη, γιατί «εκείνο που μετρά είναι πως όταν οι άνθρωποι αυτοί λεν Ελλάδα εννούν τάφο. Λόγος εθνικός γι’ αυτούς είναι να μιλάς μέσα από το μνήμα». Απ’ τα μνήματα, απ’ τα λευκασμένα κόκκαλα, εξ άλλου, βγαίνει η λευτεριά. Είναι η πατρίδα, θυσία και «έντιμος πενία» (Παπαδιαμάντης). Και ...«φίλει την πατρίδα καν άδικος η» (Πλάτων) την αγαπάς και αν είναι άδικη, δηλαδή, αν έγινε και πάλι η Ψωροκώσταινα. Την μάνα μας την αγαπάμε, την σεβόμαστε και της κλείνουμε τα μάτια, δεν την φτύνουμε, όταν χάσει την δύναμή της. Αυτή είναι η πατρίδα. Χαμένα κορμιά και λακέδες που άρπαξαν το βιός και ποδοπάτησαν την υπόληψή της, το ψευτοκράτος, ας χαθεί μαζί και οι αλιτήριοι που το απομυζούν. Αλλά και όσοι την επιβουλεύονται, οι προαιώνιοι βρικόλακες, η Τουρκιά, μακριά, μακριά από τα σπίτια μας. Αν χάσουμε τη μνήμη μας, θα χαθούμε.
Του Δημήτρη Νατσιού
Δάσκαλος-Κιλκίς
Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011
ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΓΙΑ ΣΚΙΑΣΜΑ
Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2011
Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011
Τσερνομπίλ, μια Θαυμαστή υπέρβαση
(Για όσους ανησυχούν πολύ για τα Έσχατα)
Την ημέρα της εορτής του κοιμηθέντος πνευματικού μας πατέρα Σάββα, ήρθε από το Οβρούτς στο Πετσόρι η πνευματική του θυγατέρα Μ. Τ. Και να τι μας διηγήθηκε:
Περίπου δέκα μέρες πριν την τραγωδία του Τσερνομπίλ, εμφανίστηκε στον ύπνο της ο πνευματικός μας πατέρας και της είπε:
-Μαρία, σε λίγο όλα ότι έχετε θα είναι δηλητηριασμένα. Εσύ όλα θα τα σταυρώνεις ως εξής: «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.Αμήν». Θα κάμεις το σημείο του Σταυρού. Μετά θα πεις: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού,ευλόγησον».Πάλι θα κάμεις το σημείο του Σταυρού. Και πάλι θα πεις: «Μητέρα του Θεού,ευλόγησον, πάντες οι Άγιοι ευλογείτε». Πάλι το σημείο του Σταυρού. Μετά: «Διʼ ευχών του πνευματικού μας πατρός Σάββα, Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού,ευλόγησον» και θα κάνεις πάλι το σημείο του Σταυρού.
Όλα αυτά τα διηγήθηκα στη δίδυμη αδελφή μου, η οποία εργάζεται σε κουζίνα. Όταν επαληθεύτηκε η προφητεία του π. Σάββα, τους έφεραν στην κουζίνα κρέας. Όταν το έλεγξαν, αποδείχθηκε τελείως ακατάλληλο για τροφή. Τότε εκείνη θυμήθηκε αυτά πού της είχα διηγηθεί για την εμφάνιση του Γέροντος. Πήρε λοιπόν εκείνο το κρέας, πήγε στο σπίτι της Και έκαμε ότι είχε πει ό Γέροντας. Έπειτα το έφερε πίσω στην κουζίνα Και, χωρίς να πει τίποτε, τα έδωσε για έλεγχο. Το έλεγξαν Και τη ρώτησαν:
-Από που το πήρες τέτοιο καλό κρέας;
Τώρα εμείς ζούμε στο Οβρούτς- είναι κοντά στο Τσέρνομπιλ- χρησιμοποιούμε τη συμβουλή του πατρός Σάββα και όχι μόνο εγώ κι η αδελφή μου, αλλά και όλες οι πνευματικές μας αδελφές, με το έλεος του Θεού, είμαστε ζωντανές και υγιείς.
Το παραπάνω είναι απόσπασμα από το βιβλίο:«Στάρετς Σάββας ο παρηγορητής», εκδόσεις Άθως, Αθήνα
2009. Μετάφραση από τη Ρωσική: Πρωτοπρεσβύτερος Ιωάννης Φωτόπουλος.
Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2011
Προς Ζυγώ ούτω καλουμένω
Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2011
Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011
ΚΑΛΟΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΘΑΡΡΩ ΣΤ’ ΑΝΗΦΟΡΙ
Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011
Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011
Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2011
Πρόγραμμα Σεπτεμβρίου 2011
ΗΜ.
|
ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ
|
ΩΡΑ
|
|
15
|
Πέμπ.
|
Ἑσπερινός
|
6:00 μ.μ.
|
16
|
Παρ.
|
Εὐφημίας Μεγαλομάρτυρος. Ὄρθρος. Θεία Λειτ.
Ἑσπερινός
|
6:00 π.μ.
6:00 μ.μ.
|
17
|
Σάββ.
|
Σοφίας, Πίστεως, Ἐλπίδος κ΄ Ἀγάπης,
Ἁγ. Ἡρακλειδίου
Ἑσπερινός
|
6:00 π.μ.
6:00 μ.μ.
|
18
|
Κυρ.
|
Κυριακή μετά την Ὕψωσιν
|
6:30 π.μ.
|
24
|
Σάββ.
|
Ἑσπερινός
|
6:00 μ.μ.
|
25
|
Κυρ.
|
Εὐφροσύνης
Ὁσίας Ὄρθρος.
Θεία Λειτ.
Ἑσπερινός
|
6:30 π.μ.
6:00 μ.μ.
|
26
|
Δευτ.
|
Ἰωάννου
τοῦ Θεολόγου Ὄρθρος.
Θεία Λειτ.
|
6:00 π.μ.
|
27
|
Τρίτη
|
Ἑσπερινός
|
6:00 μ.μ.
|
28
|
Τετ.
|
Ανακ. λειψάνων Νεοφύτου Ἐγκλείστου Ὄρθρος. Θ. Λειτ.
|
6:00 π.μ.
|
30
προς 1/10
|
Παρ.
πρὸς Σαββ.
|
ΑΓΡΥΠΝΙΑ
ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΓΟΡΓΟΫΠΗΚΟΟΥ
|
9:00 μ.μ.
- 1:00π.μ.
|
Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011
Θέλω Σε δοξολογήσει εν όλη τη καρδία μου
Η αγάπη μας για Αυτόν, γίνεται έρωτας, και σαν ερωτευμένοι μαζί Του, Τον βλέπουμε παντού, Τον βλέπουμε να καθρεπτίζεται στους πάντες συνανθρώπους μας και στα πάντα γύρω μας. Και τότε είναι που καταλαμβαίνουμε πως ο έρωτας έχει άλλη διάσταση. Και αν δεν Τον ερωτευθείς πώς μπορείς να θέλεις να Τον μιμηθείς; Ως παιδία Του, Τον θέλουμε στις ζωές μας, Τον χρειαζόμαστε να μας επισκοπεί και να μας πληρεί, και θέλουμε να ανταποδώσουμε σ' Αυτόν την αγάπη Αυτου. 'Θέλω Σε δοξολογήσει εν όλη τη καρδία μου Κύριε'
Ευχαριστούμε τον Πρωτοπρεσβύτερο Ανδρέα Αγαθοκλέους, για τα υπεροχα μηνύματα που μας μετέδωσε στην χθεσινή του ομιλία "η ερωτική διάσταση της πνευματικής ζωής"


