Αποφθέγματα

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2009

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!!!


Νικόλαος Ζίας

Ἡ εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου στὴν Ὀρθόδοξη τέχνη

ἀναδημοσίευση ἀπὸ http://www.phys.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/explanatory/nikolaos_zias_christmas_icon.htm


Ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, τὸ μέγα αὐτὸ γεγονὸς τῆς ἱστορίας τοῦ κόσμου, γιορτάζεται ἀπὸ τὴν Ἁγία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία μὲ δοξολογία καὶ κατάνυξη, ποὺ θαυμαστὰ ἐκφράζονται στὴν ἠδυμελὴ ὑμνογραφία καὶ τὴν εἰρηνόχυτο εἰκονογραφία.

Ἔτσι μέσα στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἁπλὸς ὀρθόδοξος χριστιανὸς ζεῖ τὸ μυστήριο τῆς σαρκώσεως μὲ τὶς αἰσθήσεις του, ποὺ μεταμορφώνονται, γιὰ νὰ γίνουν μέσα κοινωνίας μὲ τὸ ἄρρητο. Προσκυνώντας τὴν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως «βλέπει» μὲ τὰ μάτια του τὴ θεολογία τῆς Σαρκώσεως καὶ αἰσθάνεται τὴν εὐφροσύνη τῆς ἐνανθρωπήσεως. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἄγευστος πνευματικῆς ζωῆς μελετητής, μπορεῖ κι᾿ ἀπὸ αὐτὴν καὶ μόνο τὴν εἰκόνα ν᾿ ἀντιληφθεῖ τὸ πνευματικὸ μεγαλεῖο, τὸ μυστικὸ βάθος καὶ τὸ αἰσθητικὸ κάλλος τῆς Ὀρθοδόξου τέχνης, ποὺ συνήθως τὴ λέμε βυζαντινή.

Τὴν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως στὴν ὁλοκληρωμένη της μορφὴ τὴ βρίσκουμε κυρίως στοὺς ἔπειτα ἀπὸ τὴν εἰκονομαχία χρόνους. Στὴν Ἑλλάδα μας ἔχουν σωθεῖ δυὸ ἐκκλησίες τοῦ 11ου αἰ., καθολικὰ ἄλλοτε τῶν Μοναστηριῶν τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ καὶ τοῦ Δαφνίου, ποὺ στὰ ψηφιδωτά τους βλέπουμε τὴν παράσταση τῆς Γεννήσεως στὴν αὐθεντικώτερή της μορφή. Ἃς συνοψίσουμε τὰ βασικὰ στοιχεῖα ποὺ συνθέτουν τὴν εἰκόνα.

Τὸ κεντρικὸ τμῆμα καταλαμβάνει βουνὸ «βραχῶδες, ἀλλ᾿ εὔχαρι καὶ φωτεινόχρωμο», ποὺ στὴν κοιλιά του ἀνοίγεται σκοτεινόχρωμο σπήλαιο καὶ μέσα φάτνη μὲ τὸν νήπιο Χριστὸ ἐσπαργανωμένο, ἐνῷ ἡ Παναγία - Μητέρα του εἶναι στὸ πλάι ξαπλωμένη πάνω σ᾿ ἕνα στρῶμα. Ἄλλοτε εἰκονίζεται καθισμένη ἢ γονατιστή. Πίσω ἀπὸ τὴ φάτνη προβάλλουν τὰ κεφάλια τους δυὸ ἀγαθὰ ζῷα, βόδι καὶ ὀνάριο ζεσταίνοντας τὸ θεῖο Βρέφος μὲ τὴν ἀναπνοή τους. Ἔξω ἀπὸ τὸ σπήλαιο, στὸ κάτω ἄκρο τῆς εἰκόνας, κάθεται συλλογισμένος ὁ Ἰωσὴφ ἔχοντας ἴσως ἀκόμη τὸ σαράκι τῆς ἀμφιβολίας μέσα του. Στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς εἰκόνας παριστάνεται τὸ πρῶτο λουτρό, ποὺ ἔκανε ἡ μαία Σαλώμη στὸ Νεογέννητο.

Δεξιὰ κι᾿ ἀριστερὰ ἀπὸ τὸ βουνὸ ἄγγελοι προσκυνοῦν καὶ δοξολογοῦν τὸ Χριστὸ ἢ φέρνουν στοὺς ποιμένες, ποὺ ξενυχτοῦν, τὸ χαροποιὸ ἄγγελμα. Ἕνα τσοπανόπουλο κάθεται διπλοποδισμένο παίζοντας φλογέρα. Ζωγραφίζονται ἀκόμη καὶ ἄλλοι τσοπάνοι μὲ τὰ κοπάδια τους. Ἀπὸ τὴν ἄλλη ἄκρη ἔρχονται ντυμένοι μὲ τὶς ἐξωτικές τους φορεσιὲς οἱ τρεῖς Μάγοι κομίζοντας τὰ βασιλικὰ τοὺς δῶρα. Ὁ λαμπρὸς ἀστέρας, ποὺ τοὺς ὁδηγοῦσε, ἔχει σταθεῖ πάνω ἀπὸ τὸ σπήλαιο, «ὡσὰν δροσοσταλίδα κρεμάμενη ἄνωθεν τῆς κεφαλῆς τοῦ Χριστοῦ», ὅπως γράφει ὁ μακαριστὸς Φώτης Κόντογλου. Ὁ ἴδιος ἁγιογράφος - συγγραφέας ὁλοκληρώνει τὴν περιγραφὴ τῆς παραστάσεως μὲ τὴ λιτὴ φύση, ποὺ τὴ στολίζει: «Ἄγρια πρινάρια καὶ εὐώδη χόρτα, μυρσίνες, θυμάρια καὶ ἀλλὰ στολίζουν ταπεινὰ τοὺς βράχους, ὅπως τὰ βλέπει κανένας εἰς τὰ εὐλογημένα βουνὰ τῆς πατρίδος μας».

Εἴπαμε στὴν ἀρχή, ὅτι ἡ εἰκόνα φανερώνει τὴ θεολογία, τὸν πνευματικὸ χαρακτήρα τῆς Γεννήσεως· καὶ πρὶν νὰ δοῦμε τὸ καθένα στοιχεῖο τῆς συνθέσεως τί συμβολικὰ ἀποκαλύπτει, ἂς δοῦμε ὁλόκληρη τὴ σύνθεση μαζὶ καὶ τὴν τεχνοτροπία της. Ἡ σύνθεση στοιχείων ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ πραγματικότητα (βουνό, σπήλαιο, φάτνη, κ.λ.π.) μὲ τὸ πνευματικὸ στοιχεῖο τοῦ Οὐρανοῦ, ποὺ συμβολίζει τὸ χρυσὸ βάθος τῆς εἰκόνας, καθὼς καὶ ὁ ἀντιρεαλιστικὸς δισδιάστατος χαρακτήρας τῆς ζωγραφικῆς μᾶς δίνουν ὀπτικὰ τὴ σύνθεση τοῦ γήινου καὶ τοῦ θείου, τὴν ἕνωση τοῦ ἀνθρωπίνου καὶ τοῦ θείου· καὶ αὐτὸ γιατί οὔτε ἀνθρωποποιεῖ τὴν παράσταση σὰν μία παχυλὴ εἰδωλοποίηση στὸν καθρέφτη, οὔτε ἀφαιρεῖ τὴν ἱστορικότητα τῶν γήινων στοιχείων καὶ συστατικῶν, ἀλλὰ τὰ μεταμορφώνει. Ἡ σύνθεση ἀκολουθεῖ περισσότερο - στὶς λεπτομέρειες ἰδίως - τὴν ὑμνογραφικὴ παράδοση, ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὰ λεγόμενα Ἀπόκρυφα Εὐαγγέλια. Ἔτσι ζωγραφίζεται σπήλαιο σκοτεινόχρωμο, σὰν τὴ σκοτεινιὰ τοῦ προχριστιανικοῦ κόσμου, ὅπου λάμπει κατάλευκο τὸ ἐσπαργανωμένο Βρέφος.

Στὴ Δυτικὴ ζωγραφικὴ ὁ μικρὸς Χριστὸς εἰκονίζεται γυμνός, ἐνῷ τὸ Εὐαγγέλιο σαφῶς μας λέει «καὶ σπαργάνωσεν αὐτὸν καὶ ἀνέκλινεν αὐτὸν ἐν τὴ φάτνη» (Λουκ. β´ 6).

Τὰ δυὸ ζωντανὰ μᾶς ὑπενθυμίζουν κάθε φορὰ ποὺ προσκυνοῦμε τὴν εἰκόνα ὅτι «Ἔγνω βοὺς τὸν κτησάμενον καὶ ὄνος τὴν φάτνην τοῦ Κυρίου αὐτοῦ, Ἰσραὴλ δὲ μὲ οὐκ ἔγνω καὶ ὁ λαός μου οὐ συνῆκεν» (Ἡσ. α´ 3).

Τὴν κεντρικὴ θέση στὴ σύνθεση κατέχει μαζὶ μὲ τὸ Χριστὸ ἡ Παναγία καὶ ἔχει κανεὶς τὴν ἐντύπωση, ὅτι ἀποτελοῦν τὸν κεντρικὸ κύκλο δείχνοντας τὴ σημασία τῆς Παναγίας στὸ σχέδιο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς Παναγίας τονίζεται ἡ σημασία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καὶ ἡ συμβολή του στὴ θεία συγκατάβαση. Ὁ Ἰωσὴφ μένει ἔξω ἀπὸ τὸ κύκλωμα αὐτό. Ἔτσι ἀμέσως μὲ τὴν πρώτη ματιὰ συνειδητοποιεῖ ὁ πιστὸς ὅτι ἄνανδρος ἡ σύλληψις, καὶ ὁ Ἰωσήφ, καθὼς μάλιστα κάθεται συλλογισμένος, ἐπιβεβαιώνει μὲ τὴν ἄγνοιά του, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀμφιβολία του τὸ μέγα μυστήριον. Ἕνα τροπάριο τῆς Ἐκκλησίας θαρρεῖς ὅτι ὑπομνηματίζει αὐτὴν τὴν ἀμφιβολία:

«Τάδε λέγει Ἰωσὴφ πρὸς τὴν Παρθένον Μαρία, τί τὸ δράμα τοῦτο, ὃ ἐν σοὶ τεθέαμαι; Ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι καὶ τὸν νοῦν καταπλήττομαι.... οὐκ ἔτι φέρω λοιπόν, τὸ ὄνειδος ἀνθρώπων...».

Ἡ σκεπτικὴ στάση τοῦ Ἰωσὴφ δίνει κουράγιο σ᾿ ὅσους ταλαιπωροῦνται ἀπὸ λογισμοὺς ἀμφιβολίας, ὅσον ἀφορᾶ τὴ μυστηριακὴ Γέννηση. Ὅσοι δὲν μποροῦν νὰ δεχτοῦν μὲ ἁπλὴ καρδιά, τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου, ὅπως οἱ καλόκαρδοι ποιμένες, ἐλπίζουν στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ὑπέρβαση τῶν ἀμφιβολιῶν καὶ τῶν διαφόρων δεινῶν λογισμῶν. Γιατί σὲ ἄλλο τροπάριο ὁ Ἰωσὴφ θὰ δώσει τὴν ἀπάντηση:

«Ἐγώ, φησί, τοὺς προφήτας ἐρευνήσας καὶ χρηματισθεὶς ὑπὸ ἀγγέλου πέπεισμαι ὅτι Θεὸν γεννήσει ἡ Μαρία ἀνερμηνεύτως».

Οἱ Μάγοι - σοφοὶ καὶ καλοπροαίρετοι ἀναζητητὲς τῆς ἀλήθειας τοῦ καιροῦ τοὺς γίνονται ἐδῶ ἐκπρόσωποι ὅλων ὅσων ψάχνουν καὶ πορεύονται δρόμους μακρυνούς, γιὰ νὰ βροῦν τὴν ἔνσαρκο ἀλήθεια, ποὺ εἶναι ὁ τεχθεῖς Χριστός.

Μένει ἀκόμα ἡ τρυφερὴ λεπτομέρεια τοῦ πρώτου λουτροῦ τοῦ Βρέφους. Ἴσως παραξενεύει καμιὰ φορὰ τοὺς πιστοὺς ἡ σκηνὴ αὐτή, ἀλλὰ ἡ Παράδοση τὴ δέχεται ἤδη ἀπὸ τὸν 6ον αἰ. μέχρι σήμερα μὲ σποραδικὲς ἑξαιρέσεις. Στὸ τρυφερὸ αὐτὸ γεγονός, ἐκτὸς ἀπὸ μία οἰκειότητα, ποὺ προσδίδουν στὴν εἰκόνα ὁρισμένοι θεολόγοι, βλέπουν μίαν ἀκόμη ἐπίρρωση στὴν πίστη τῆς σαρκώσεως καὶ ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου. Κι᾿ ἀκόμη μὲ τὸ βύθισμα στὸ λουτρὸ πιστεύουν ὅτι προεικονίζεται ἡ Βάπτισις τοῦ Κυρίου.

Ἂν κάνουμε μία σύγκριση μὲ τὴν εἰκονογραφία στὴ Δύση, ἰδίως μετὰ ἀπὸ τὴν Ἀναγέννηση, θὰ βροῦμε ἀρκετὲς διαφορές, ποὺ μερικὲς σημαίνουν τὴ διαφορὰ τοῦ πνεύματος ἀνάμεσα στὶς δυὸ παραδόσεις. τὸ σπήλαιο γίνεται ἕνας στάβλος ἰδωμένος μὲ ρομαντικὴ ματιά, ποὺ ὅλο καὶ τὸν ἐξωραΐζει. Ἡ Παναγία εἶναι μία ὄμορφη χωριατοπούλα καὶ ὁ Χριστὸς ἕνα χαριτωμένο παχουλὸ μωρό, ποὺ εἰκονίζεται μάλιστα γυμνό. Ὁ Ἰωσὴφ παίρνει θέση δίπλα στὸ Βρέφος, ἰσάξια μὲ τὴν Παναγία. Ἡ προσκύνηση τῶν Μάγων μετατρέπεται σὲ μία πολυπρόσωπη παρέλαση τῆς ἀριστοκρατίας τοῦ καιροῦ τοῦ ζωγράφου. Ὁ συναισθηματισμὸς μὲ τὶς ρομαντικὲς προεκτάσεις του καὶ κάποτε τὶς κλασσικιστικὲς ἀναμνήσεις του παραμερίζει τὸ Μυστήριο μεταλλάσσοντας τὴ συμβολικὴ ἀπεικόνιση τοῦ ἀρρήτου αὐτοῦ μυστηρίου σὲ ὡραῖα καταγραφὴ ἑνὸς μυθικο-ιστορικοῦ γεγονότος μέσα στὰ πλαίσια τῆς Οὐμανιστικῆς ἀμορφίας καὶ τῆς καλομελετημένης ἁρμονίας.

Ἐπιστρέφοντας στὴν Ὀρθόδοξη Εἰκόνα τῆς Γεννήσεως βλέπουμε πράγματα, ποὺ ξεπερνοῦν τὴ λογικὴ καὶ τὴν καλοστημένη τάξη. Βλέπουμε πράγματα γιὰ τὴν κρίση μας παράδοξα.

Ὁ Χριστὸς π.χ. νὰ εἰκονίζεται στὴ φάτνη καὶ συγχρόνως καὶ στὸ λουτρό. Οἱ Μάγοι νὰ παριστάνονται δυὸ φορές.

Τὸ χρόνο ὁ ὀρθόδοξος ζωγράφος τὸν χρησιμοποιεῖ ἐλεύθερα, γιατί ὁ Χριστὸς εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸ χρόνο. Γιατί κι᾿ ἂν σαρκώθηκε καὶ γεννήθηκε σὲ μία ἱστορικὴ στιγμή, δὲν παύει νὰ εἶναι χτὲς καὶ σήμερα καὶ αὔριο ὁ Ἴδιος. Αὐτὴ τὴν ὑπέρβαση τοῦ χρόνου, τὸ λειτουργικὸ χρόνο, ὅπου τὰ πάντα εἶναι παρόν, μᾶς παρουσιάζει μὲ τὰ μέσα της ἡ ζωγραφική.

Ἡ ὀρθόδοξη εἰκόνα τῆς Γεννήσεως μορφοποιεῖ τὴ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, βρίσκοντας τὸ μέτρο ἀνάμεσα στὸ θεϊκὸ καὶ τὸ ἀνθρώπινο, δοξολογεῖ μὲ χρώματα καὶ σχήματα, μὲ τρυφερότητα, ἀλλὰ χωρὶς γλυκερότητα, τὴν ἐνανθρώπηση καὶ προσφέρει στὸν πιστὸ τὴν πύλη γιὰ τὴν εἴσοδο στὸ Μυστήριο, ἀλλὰ καὶ τὴν αἰσθητικὴ χαρὰ καὶ εὐφροσύνη τῆς ἀληθινῆς τέχνης.

Ἰ. Μ. Χατζηφώτης - Ἡ Γέννηση στὴ Βυζαντινὴ Τέχνη

Ἀπὸ «Τὰ Χριστούγεννα τῆς Ῥωμιοσύνης», ἐκδόσεις Τούμπης, Ἀθῆνα 2005

ἀναδημοσίευση ἀπὸ http://www.phys.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/explanatory/iwannhs_xatzhfwths_h_gennhsh_sth_byzantinh_texnh.htm


«Ὁ Ἁγιορείτης καλόγερος Ἰωνᾶς εἶναι στο κελί του καὶ ζωγραφίζει τὴ Γέννηση τοῦ Κυρίου. Τὶ ἡσυχία! Ἀκούγεται μόνο τὸ κομπολόγι δύο ἄλλων καλόγερων πού, καθισμένοι σὲ χαμηλὰ σκαμνιά, περνοῦν τὶς ἀτελείωτες ὦρες των κοιτάζοντας τὸ πινέλο τοῦ ζωγράφου ν᾿ ἀνασταίνει μὲ ὑπομονὴ τὴ θεία ἱστορία. Μά, μόλις ὁ Ἰωνᾶς ἄρχισε νὰ χρωματίζει ἔξω ἀπὸ τὴ σπηλιὰ τῆς Βηθλεὲμ τὸν μικρὸ βοσκὸ ποὺ κάθεται σὲ βράχο καὶ παίζει φλογέρα στα πρόβατά του, ἔξαφνα θυμήθηκε τὸν ἐχθρό του... Τὸ αἷμα του ἀνέβηκε στο κεφάλι. Θυμήθηκε τὸν Καυσοκαλυβίτη ἁγιογράφο Ἀμβρόσιο, ποὺ ζωγραφίζει συχνὰ τὴ Γέννηση ἐντελῶς ἀλλιώτικα, μὲ ἀλλόκοτα πρόσωπα καὶ ζῷα πολλά, σὰν τοὺς Εὐρωπαίους. Δεν τὸν ὑποφέρει αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο... Τ᾿ ἦταν τώρα δα, στην ἡσυχία τῆς δουλειᾶς του, νὰ τὸν θυμηθεῖ; Ἐρεθισμένος, ἄρχισε νὰ μιλεὶ γι᾿ αὐτὸν ἐνῶ ζωγράφιζε. «Τὰ πατροπαράδοτα, ἔλεγε στους ἄλλους, σκυμμένος στην εἰκόνα του, ἐμεῖς οἱ εἰκονογράφοι ἔχομε καθῆκον νὰ τὰ κρατοῦμε, ἐπειδὴ ἀπὸ μᾶς οἱ πιστοὶ βλέπουν τὰ μυστήρια τῆς Ὀρθοδοξίας. Μολαταῦτα ἐπούλησε προχτὲς ὁ Ἀμβρόσιος διὰ τὴν Τῆνο μιὰ Γεννήσῃ μὲ δυο τσοπάνους που παίζουν ὄργανα μὲ ἀσκιά. Ἀκοῦτε; Μὲ τρεῖς σκύλους εἰς τὸ ποίμνιο! Καὶ κοντὰ στ᾿ ἄλλα κ᾿ ἕνα μαῦρο κατσίκι, ποὺ πηγαίνει καὶ τρώγει κλαράκι ἀπ᾿ τὸ χέρι τοῦ Ἰωσήφ. Ἂν γίνεται αὐτό ποτέ! Κ᾿ ἔπειτα, πρὸς τὶ τὸ λουτρὸν τοῦ βρέφους; Τὶ πράγματα εἶναι αὐτά; Πῶς βρέθηκεν ἐκεῖ ἡ γυναῖκα ποὺ τὸ βυθίζει στο νερό; Ὁ Χριστὸς ἐγεννήθη εἰς τὸν ἀχερώνα καὶ ὡς μόνη περιποίησιν ἔλαβε τὰ χνῶτα τῶν ζῴων που ἔσκυβαν καὶ τὸν ἐζέσταναν. Τοῦτο πρέπει νὰ παραστήσει ὁ ἄξιος ὀρθόδοξος ζωγράφος! Ὄχι τοὺς ξενισμοὺς τῶν Ἰταλῶν καὶ τῶν Ῥώσων...»

Ἔτσι ἄρχιζε ὁ Ζαχαρίας Παπαντωνίου τὸ διήγημά του «Θεία τιμωρία», θίγοντας ἕνα πολὺ σοβαρὸ ζήτημα τῆς Ὀρθόδοξης εἰκονογραφίας γενικότερα καὶ τῆς ἀναφερομένης στην παράσταση τῆς Γέννησης τοῦ Χριστοῦ εἰδικότερα. Αὐτοὶ οἱ ξενισμοὶ για τοὺς ὁποίους κάνει λόγο ὁ καλόγερος, συχνὰ διαπότισαν τὴν Ὀρθόδοξη ἁγιογραφία ἀπομακρύνοντάς την, μᾶλλον ἀσυνείδητα, ἀπὸ τὸ δόγμα. Ὅμως ὅπως ἔχει παρατηρήσει ὁ Λ. Οὐσπένσκι, ἡ εἰκόνα τῆς Γέννησης δεν χρησιμεύει για τὴν παράσταση κάποιου κειμένου που ἀναφέρεται στο γεγονὸς αὐτό. Βασίζεται στην Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν Ἱερὴ Παράδοση καὶ ἀποκαλύπτει τὸ δογματικὸ περιεχόμενο καὶ τὸ νόημα τῆς Γέννησης στὸ σύνολό της.

Ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ πιὸ συγκεκριμένα τὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιον περιγράφει τὴ Γέννησῃ, ὡς ἐξῆς (κεφ. (κεφ. Β´ 7-16):

«Καὶ ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον, καὶ ἐσπαργάνωσεν αὐτὸν καὶ ἀνέκλινεν αὐτὸν ἐν τῇ φάτνῃ διότι οὐκ ἢν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύματι. Καὶ ποιμένες ἦσαν ἐν τῇ χώρᾳ τῇ αὐτῇ ἀγραυλοῦντες καὶ φυλάσσοντες φύλακας τῆς νυκτὸς ἐπὶ τὴν ποίμνην αὐτῶν καὶ ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου ἐπέστη αὐτοῖς καὶ δόξα Κυρίου περιέλαμψεν αὐτούς, καὶ ἐφοβήθησαν φόβον μέγαν· καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ ἄγγελος, μὴ φοβεῖσθε ἰδοὺ γὰρ εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαρὰν μεγάλην, ἥτις ἔσται παντὶ τῷ λαῷ, ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον σωτήρ, ὅς ἐστι Χριστὸς Κύριος, ἐν πόλει Δαυῒδ καὶ τοῦτο ὑμῖν τὸ σημεῖον εὑρήσετε βρέφος ἐσπαργανωμένον, κείμενον ἐν φάτνῃ καὶ ἐξαίφνης ἐγένετο σὺν τῷ ἀγγέλῳ πλῆθος στρατιᾶς οὐρανίου αἰνούντων τὸν Θεὸν καὶ λεγόντων δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία καὶ ἐγένετο ὡς ἀπῆλθαν ἀπ᾿ αὐτῶν εἰς τὸν οὐρανὸν οἱ ἄγγελοι, καὶ οἱ ἄνθρωποι οἱ ποιμένες εἶπον πρὸς ἀλλήλους διέλθωμεν δὴ ἕως Βηθλεὲμ καὶ ἴδωμεν τὸ ῥῆμα τοῦτο τὸ γεγονός, ὁ Κύριος ἐγνώρισεν ἡμῖν. Καὶ ἦλθον σπεύσαντες, καὶ ἀνεῦρον τήν τε Μαριὰμ καὶ τὸν Ἰωσὴφ καὶ τὸ βρέφος κείμενον ἐν τῇ φάτνῃ».

Τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιο συμπληρώνει τὴν εἰκόνα (κεφ. Β´, 9-11): «καὶ ἰδοὺ ὁ ἀστὴρ ὃν εἶδον ἐν τῇ ἀνατολῇ προῆγεν αὐτούς, ἕως ἐλθὼν ἔστη ἐπάνω οὗ ἢν τὸ παιδίον· ἰδόντες δὲ τὸν ἀστέρα ἐχάρησαν χαρὰν μεγάλην σφοδρά, καὶ ἐλθόντες εἰς τὴν οἰκίαν εἶδον τὸ παιδίον μετὰ Μαρίας τῆς μητρὸς αὐτοῦ, καὶ πεσόντες προσεκύνησαν αὐτῷ καὶ ἀνοίξαντες τοὺς θησαυροὺς αὐτῶν προσήνεγκαν αὐτῷ δῶρα, χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν».

Τὰ δύο Εὐαγγέλια ἀναφέρουν, λοιπόν, ῥητὰ τὴ φάτνη, τοὺς ποιμένες, τοὺς μάγους, τοὺς ἀγγέλους, τὸ ἀστέρι. Λείπει ἀπ᾿ τὶς περιγραφὲς τὸ σπήλαιο, ποὺ ἀπαντᾷ ἀργότερα στα κοντάκια, τοὺς ὕμνους ἢ τὰ τροπάρια, ὅπως τὸ περίφημο «Ἡ Παρθένος σήμερον τὸν Ὑπερούσιον τίκτει», ἢ τὸ λιγότερο γνωστό: «Σήμερον τίκτει ἡ Παρθένος τὸν Ποιητὴν τοῦ παντός. Ἐδὲμ προσφέρει σπήλαιον, καὶ ἀστὴρ μηνύει Χριστόν, τὸν Ἥλιον τοῖς ἐν σκότει. Μετὰ δώρων Μάγοι προσεκύνησαν, πίστει φωτιζόμενοι καὶ Ποιμένες εἶδον τὸ θαῦμα, Ἀγγέλων ἀνυμνούντων καὶ λεγόντων Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ».

Τὸ σπήλαιο στὸ κάτω μέρος ἑνὸς βουνοῦ καταλαμβάνει τὸ κέντρο τῆς παράστασης τῆς Γεννήσεως. Μπροστὰ σ᾿ αὐτὸ τὸ Θεῖο Βρέφος στὴ φάτνη μὲ τὸ βόδι καὶ τὸ ἄλογο κοντά του, τοὺς Ἀγγέλους πάνω ἀπ᾿ τὰ βουνά, ἄλλοι νὰ θαυμάζουν τὸ νεογέννητο καὶ ἄλλοι νὰ ψάλλουν «ὡσαννά».

Κοντὰ στὴ φάτνη ἡ Μητέρα, ξαπλωμένη, ἀνακαθισμένη ἢ γονατιστή, ἀνάλογα μὲ τὸ ἰδιαίτερο θεολογικὸ περιεχόμενο ποὺ ἤθελε νὰ δώσει ὁ καλλιτέχνης. Ὁ Ἰωσὴφ εἰκονίζεται παράμερα, στὴ μιὰ ἀπὸ τὶς δυὸ γωνίες τῆς συνθέσεως. Δὲν εἶναι ἄμεσα δεμένος μὲ τὴ Γέννηση. «Ἡμεῖς δὲ Μητέρα Παρθένον» μόνο προσφέραμε στὸν Χριστό, ὅπως λέει ὁ ὕμνος. Σκεφτικὴ καὶ λυπημένη ἡ ἔκφρασή του.

«Εἰς τὸ πρόσωπο τοῦ μνήστορος Ἰωσήφ, ἡ εἰκών μας ἀποκαλύπτει ὄχι μόνον τὸ προσωπικόν του δρᾶμα, ἀλλ᾿ ἓν ἀνθρώπινον δρᾶμα» παρατηρεῖ ὁ Οὐσπένσκι, «ἐκεῖνο τῆς συναντήσεως δυὸ ἐκδοχῶν περὶ κόσμου: ἡ μία, περιορισμένη εἰς τὸ ἐπίπεδον τῆς σαρκικῆς καὶ λογικῆς ὑπάρξεως, δὲν δύναται νὰ συμφωνήσῃ λογικῶς καὶ συναισθηματικῶς πρὸς ὅ,τι ὑπερβαίνει τὸν λόγον. Ἡ ἄλλη, βασισμένη εἰς τὴν διαίσθησιν τοῦ ἐπέκεινα, ἔρχεται εἰς ἐπαφὴν μὲ αὐτὸ διὰ τῆς ἀποκαλύψεως καὶ τῆς ἐλλάμψεως».

Τὴν ἄλλη γωνία τῆς παράστασης τῆς Γεννήσεως καλύπτει συνήθως τὸ λουτρὸ τοῦ Βρέφους ἀπὸ δυὸ γυναῖκες. Ἡ σκηνὴ δὲν βασίζεται στὰ ἐπίσημα κείμενα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ στὸ εὐαγγέλιο τοῦ Ψευδο-Ματθαίου καὶ τὸ Πρωτευαγγέλιο τοῦ Ἰακώβου, σύμφωνα μὲ τὰ ὁποῖα ὁ Ἰωσὴφ πῆγε καὶ βρῆκε δυὸ μαῖες νὰ βοηθήσουν τὴν Παναγία στὴ γέννα. Ὅταν ὅμως ἔφθασαν βρῆκαν τὸν Ἰησοῦ ἤδη γεννημένο καὶ ἡ μία ἀπ᾿ αὐτές, ἡ Σαλώμη, ποὺ δὲν πίστεψε στὴν ἀρχὴ τὴ γέννηση παιδιοῦ ἀπὸ Παρθένο, παρέλυσε, πάντα κατὰ τὶς ἴδιες διηγήσεις, τὸ χέρι της, ποὺ θεραπεύτηκε ὅταν ἄγγιξε τὸ Θεῖο Βρέφος. Τὸ λουτρὸ συμβολίζει ἐδῶ τὴν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ καὶ ἰσορροπεῖ τὸ κάτω τμῆμα τῆς σύνθεσης ὡς ἀντίβαρο τῆς ἀνθρώπινης ἀπορίας τοῦ Ἰωσὴφ γιὰ τὸ θαῦμα τῆς Ἀσπόρου Γεννήσεως ποὺ καταυγάζει κατὰ πνευματικὸ τρόπο στὸ κέντρο τῆς παράστασης τὸ σκοτάδι τοῦ Σπηλαίου.

Ἀνέτειλας Χριστὲ ἐκ Παρθένου, νοητὲ Ἥλιε τῆς Δικαιοσύνης· καὶ Ἀστήρ σε ὑπέδειξεν, ἐν Σπηλαίῳ χωρούμενον τὸν ἀχώρητον. Μάγους ὁδηγήσας εἰς προσκύνησίν σου· μεθ´ ὧν σε μεγαλύνομεν, Ζωοδότα δόξα σοι. (Τροπάριον, Ἦχος πλ. β´).

Τὴν παράσταση συμπληρώνουν οἱ τρεῖς Μάγοι καὶ ποιμένες.

Τὸ πρότυπο πάντως τῆς εἰκονογραφικῆς αὐτῆς διάταξης τῆς παραστάσεως τῆς Γεννήσεως φαίνεται ὅτι ὑπῆρξε στοὺς Ἁγίους Τόπους, στὸ ναὸ τῆς Γεννήσεως ποὺ εἶχε οἰκοδομηθεῖ μὲ δαπάνες τοῦ Μ. Κωνσταντίνου. Ἀντίγραφα αὐτῆς πιστεύεται ὅτι εἶναι οἱ παραστάσεις ποὺ φέρουν μικρὰ δοχεῖα, ἀμποῦλες, μὲ τὰ ὁποῖα προσκυνητὲς μετέφεραν λάδι ἀπὸ τὸν τόπο ποὺ γεννήθηκε ὁ Χριστός.

Ἀναφέρθηκε ἤδη τὸ χωρίο ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστὴ Ματθαῖο, ὅπου γίνεται λόγος γιὰ τὸ ἀστέρι ποὺ ὁδήγησε τοὺς Μάγους στὸ Θεῖο Βρέφος: «καὶ ἰδοὺ ὁ ἀστὴρ ὃν εἶδον ἐν τῇ ἀνατολῇ προῆγεν αὐτούς, ἕως ἐλθὼν ἔστη ἐπάνω οὗ ἢν τὸ παιδίον ἰδόντες δὲ τὸν ἀστέρα ἐχάρησαν χαρὰν μεγάλην σφόδρα». Ὁ ὁμότιμος καθηγητὴς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Κων. Χαραλαμπίδης ἔχει ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ θέμα τῆς παράστασης τοῦ στοιχείου «φῶς» στὴν παράσταση τῆς Γεννήσεως σὲ ἄρθρο του στὸ περιοδικὸ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος Ἐφημέριος (ἔ. NT´, τ. 11, σ.7) καὶ μεταξὺ ἄλλων ἀναφέρει σχετικὰ καὶ τὰ ἑξῆς:

«Ὡς ἄστρο μόνο του, τυπικὴ ἀπεικόνιση τοῦ φωτός, διακρίνεται σὲ πολλὰ παλαιοχριστιανικὰ μνημεῖα. Σὲ γνωστὸ ὕφασμα τοῦ θησαυροφυλακίου τῶν Sancta Sanctorum στὸ Βατικανό, τοῦ Στ´ - Ζ´ αἰ., ὅπου ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, τὸ ἄστρο στὸν τύπο τῆς μαργαρίτας εἰκονίζεται ὑψηλά, ἐπάνω ἀπὸ τὰ δυὸ ζῷα. Ὅλα περικλείονται σ᾿ ἕνα φυτικὸ κυκλικὸ πλαίσιο. Ὁ νεογεννηθεὶς Χριστὸς φέρει σταυρόσχημο φωτοστέφανο. Ἕνα ἄλλο κοπτικὸ ὕφασμα τοῦ Ε´-Στ´ αἰ., ἐκτεθειμένο στὴ Ν. Ὑόρκη, παριστᾷ τὸν Χριστὸ στὴ φάτνη καὶ τὰ δυὸ ζῷα ποὺ τὸν θερμαίνουν. Στὴ μέση αὐτῶν παρίσταται ὀκτάκτινο ἄστρο. Σὲ ἀσημένιο βραχιόλι στὸ Κάιρο, τοῦ ΣΤ´ αἰ., τὸ ἄστρο, ἀντίθετα παρουσιάζει ἕξι ἀκτῖνες, ἐνῷ ἡ Θεοτόκος ἔχει χαρακτηριστικά, ποὺ προμηνύουν τὴν ἐπερχόμενη βυζαντινὴ τέχνη. Τὰ φιαλίδια τῶν βορειο-ιταλικῶν πόλεων Bobio καὶ Monza καὶ τῆς γερμανικῆς Βόννης, προερχόμενα ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, ἔχουν τὴν ἀπεικόνιση τῆς Γέννησης τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸ ἄστρο. Καὶ τὰ τρία ἔργα ἀπεικονίζουν ναΐσκο, ποὺ δηλώνει μᾶλλον τὴν ἐκκλησία τῆς Γέννησης τῆς Βηθλεὲμ καὶ τὴν εἴσοδο στὸ σπήλαιο μὲ μεταλλικὸ κιγκλίδωμα καὶ ἁψιδωτὸ ἄνοιγμα. Ἐπάνω ἀπὸ τὴ σκηνὴ διαφαίνονται τὰ γράμματα ICXC καὶ τὸ ὀκτάκτινο ἄστρο».

Σὲ ἄλλο σημεῖο τοῦ ἄρθρου ποὺ προαναφέρθηκε ὁ Κων. Χαραλαμπίδης παρατηρεῖ ὅτι ἡ παράσταση τῆς ἀκτῖνας ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἀντικατοπτρίζει τὴν ἰδέα ὅτι ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἔχει ἄμεση ἐξάρτηση ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ προσθέτει: «Ἡ καινοδιαθηκικὴ διήγηση γιὰ τὸν Χριστὸ ὡς φῶς τοῦ κόσμου καὶ κανόνας γιὰ τὴν πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ πορεία γιὰ τῶν πιστῶν (Ἰω. 8, 12) ἢ ἀκόμη ὡς φῶς ποὺ λάμπει στὸν εὑρισκόμενο στὸ σκότος καὶ στὸν θάνατο λαὸ καὶ τὸν φωτισμό του ἀπέβη ὁ γνώμονας γιὰ τὴν εἰκονογραφικὴ ἀπόδοση τοῦ φωτὸς στὴν παράσταση αὐτή.[...] Ἀναφερόμενοι στὸ ἄστρο μὲ τρεῖς προβολὲς (αἰχμές) τονίζουμε ὅτι ὑπαινίσσεται τὰ τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἐνῷ ἡ μόνη κεντρικὴ ἀκτίνα κατερχόμενη στὴ γῆ συμβολίζει τὴν ἐνσάρκωση τοῦ Χριστοῦ».

Τὸ Δαφνὶ καὶ ὁ Ὅσιος Λουκᾶς στὸ καθολικό τους ἔχουν νὰ παρουσιάσουν δυὸ ἀπὸ τὶς πιὸ κλασικὲς ἀπεικονίσεις τῆς Γέννησης σύμφωνα μὲ τὰ κύρια χαρακτηριστικὰ ποὺ προσπαθήσαμε νὰ διαγράψουμε.

Ἡ Γέννηση τοῦ καθολικοῦ του Ὁσίου Λουκᾶ, ποὺ προηγεῖται χρονικά, κατέχει τὸ ΝΑ ἠμιχώνιο τοῦ ναοῦ καὶ ἔχει φιλοτεχνηθεῖ μὲ συμμετρία, μὲ κίνηση, μὲ χρωματικὴ ἁρμονία. Ἐντυπωσιάζει ἡ ἀφαιρετικὴ διάθεση στὴ διαμόρφωση τῶν βουνῶν καὶ ἡ κίνηση τῶν Ἀγγέλων. Ἡ Παναγία εἰκονίζεται ἀνακαθισμένη ν᾿ ἀκουμπᾷ τὸ Βρέφος μὲ τὸ δεξὶ χέρι. Ἡ στάση της δὲν δείχνει τὴν ταλαιπωρία τοῦ τοκετοῦ, δηλώνει μᾶλλον τὴν ἀπουσία τῶν ὠδίνων του, ἡ ὁποία ὑπογραμμίζει τὴν θεία προέλευση τοῦ Ἰησοῦ.

Στὸ Δαφνὶ ἡ μεγαλειώδης τέχνη τοῦ ψηφιδωτοῦ σε ὅλη τὴν ἔξαρση καὶ δυναμικότητά της, μὲ σαφήνεια καὶ ἀναδρομὲς στὰ ἀρχαιοελληνικὰ πρότυπα, ἂν καὶ καταστραμμένη στὸ ἀριστερὸ κάτω τμῆμα της -ὅπου εἰκονιζόταν κατὰ πᾶσα πιθανότητα τὸ λουτρό- δημιούργησε μία σύνθεση ὅλο λαμπερὰ καὶ φωτεινὰ χρώματα. Ἡ Παρθένος, μισοξαπλωμένη ἐδῶ, ὑποδηλώνει περισσότερο τὴ Σάρκωση, τὴν πραγματικὴ καὶ ἀναμφισβήτητη ἀνθρώπινη ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ. Σκοπὸς τοῦ τονισμοῦ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἡ τάση νὰ μὴ θεωρεῖται φαινομενικὴ ἡ σάρκωση, ἡ Γέννηση, ἀλλὰ πραγματικὴ καὶ ἀνάλογή με τὴ Θεία καταγωγή.

Μιὰ μεγάλη εἰκόνα τῆς Μονῆς Σινᾶ ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕξι σκηνές, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ μία Γέννηση, ἀποτελεῖ ἀντίθεση σὲ μέγεθος καὶ λαμπρότητα ὡς πρὸς τὰ δυὸ προηγούμενα μνημεῖα, ἀλλὰ συγκινεῖ μὲ τὴ λεπτότητα καὶ τὴν ἁρμονικὴ κίνηση τῶν μορφῶν καὶ τὶς μαλακὲς γραμμὲς τοῦ βουνοῦ (14ος αἰ.). Ἡ Παναγιὰ κι ἐδῶ εἶναι καθιστή.

Τρίτος τύπος ἀπεικόνισης τῆς Παρθένου στὴ Γέννηση εἶναι ἡ γονατισμένη μπροστὰ στὴ φάτνη μάνα τοῦ Χριστοῦ. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἡ εἰκόνα τῆς Γεννήσεως ἀπὸ τὸ τέμπλο τῆς μονῆς Σταυρονικήτα στὸ Ἅγιον Ὅρος, ποὺ φιλοτεχνήθηκε τὸ 1546.

«Ἡ προέλευση αὐτῆς τῆς λεπτομέρειας» σημειώνει ἡ Ἀγάπη Καρακατσάνη «εἶναι δυτικὴ καὶ χρησιμοποιήθηκε πρῶτα σὲ εἰκόνες ζωγραφισμένες γιὰ Δυτικοὺς μὲ τὴ βυζαντινὴ νοοτροπία καὶ βασικά, εἰκονογραφία. Στὴν μεταβυζαντινὴ ζωγραφικὴ ἐμφανίζεται σχεδὸν σύγχρονα στὸ Δωδεκάορτο αὐτὸ (ὅπως καὶ στὴν παράσταση τῆς Γεννήσεως στὸ καθολικό της ἴδιας μονῆς) καὶ στὴν τοιχογραφία στὸ Καθολικό της μονῆς Βαρλαὰμ στὰ Μετέωρα τοῦ Φράγκου Κατελάνου (1548) ποὺ μένει πιὸ πιστὸς στὸ πρότυπό του. Ὕστερα διαδίδεται καὶ χρησιμοποιεῖται συχνά, ἂν καὶ τὸ νόημα τῆς Γεννήσεως ἀλλοιώνεται μὲ τὴν ἀπεικόνιση τῆς Παναγίας γονατιστῆς».

Σὲ δυτικὲς εἰκόνες μαζὶ μὲ τὴ Μαρία εἰκονίζεται γονατιστὸς ἀπέναντί της καὶ ὁ Ἰωσὴφ καὶ φυσικὰ κάθε ἀνάλογη ἀνατολικὴ παράσταση ἔχει ἐκεῖ τὴν καταγωγή της. Δὲν εἶναι, γι᾿ αὐτὸν τὸ λόγο, παράξενο, πῶς κι ὁ Διονύσιος ὁ ἐκ Φουρνᾶ στὴν Ἑρμηνεία του, στὸ κεφάλαιο «Πῶς ἰστορίζονται αἱ δεσποτικαὶ ἐορταί...», λέει γιὰ τὴ Γέννηση: «Σπήλαιον καὶ ἔσω εἰς τὸ δεξιὸν μέρος ἡ Θεοτόκος γονατιστὴ καὶ βάνουσα τὸν Χριστὸν ὡς βρέφος σπαργανωμένον μέσα εἰς τὴν φάτνην, καὶ ἀριστερὰ ὁ Ἰωσὴφ γονατισμένος ἔχων τὰ χέρια σταυρωμένα ἐμπρὸς στὸ στῆθος του...»

Ὅμως συγκριτικὰ εἶναι πολυπληθέστερες οἱ τοιχογραφίες κι οἱ εἰκόνες μὲ παράσταση τῆς Παναγίας ἀνακαθισμένης ἢ ξαπλωμένης. Ἐνδεικτικὰ σημειώνουμε ἐδῶ τὸ τρίπτυχο 14147 τοῦ Μουσείου Μπενάκη (1626), τὴ Γέννηση ποὺ φυλάσσεται στὴ Μ. Λαύρα τοῦ Ἄθω καὶ ἀνήκει στὴ τέλη τοῦ 16ου αἰ. ἢ τὴ Γέννηση τοῦ τρίπτυχου τοῦ Γ. Κλόντζα, ποὺ φυλάσσεται στὴν Ἱερὰ Μονὴ Θεολόγου τῆς Πάτμου (μέσα 16ου αἰ.) καὶ τὴ Γέννηση τῆς Ἱ. Μ. Ζωοδόχου Πηγῆς Πάτμου, μιὰ ὡραῖα, «ἰταλοκρητική», ὅπως τὴ χαρακτηρίζει ὁ Χατζηδάκης, εἰκόνα τοῦ 1480-1500 περίπου.

Στὶς εἰκόνες ποὺ ἀναφέραμε πιὸ πάνω παρουσιάζεται κι ἕνα ἀκόμη πρόσωπο, ἕνας βοσκὸς (ἡ ἡλικία τοῦ ποικίλλει, ἂν καὶ ἐπικρατεῖ ἡ μορφὴ γέροντα μὲ σκοῦρο ροῦχο), ὁ ὁποῖος συνομιλεῖ μὲ τὸν Ἰωσὴφ στηριγμένος σὲ ἕνα κλαρὶ ποὺ τὸ χρησιμοποιεῖ σὰν γκλίτσα. Πρόκειται γιὰ συμβολικὴ παράσταση τοῦ Διαβόλου, ποὺ προέρχεται ὡς θέμα ἀπὸ τὰ Ἀπόκρυφα καὶ σκοπὸ ἔχει νὰ ὑπογραμμίσει τὸ δρᾶμα τοῦ Ἰωσήφ. Ἡ παράδοση αὐτὴ ἀναφέρει ὅτι ὁ Διάβολος, γιὰ νὰ πειράξει τὸν Ἰωσήφ, τοῦ ἔλεγε, καθὼς ἐκεῖνος καθόταν παράμερα σκεφτικός, ὅτι ὅπως δὲν μπορεῖ νὰ φυλλοβολήσει τὸ κλαρὶ ποὺ τὸν στήριζε, τὸ ξερό, ἔτσι δὲν γίνεται νὰ γεννηθεῖ παιδὶ ἀπὸ παρθένο. Τότε τὸ ξερόκλαδο ἄνθισε. Αὐτό μας φέρνει στὸ νοῦ ἐκεῖνες τὶς λίγες φράσεις τοῦ Καζαντζάκη: «Εἶπαν στὴ μυγδαλιά, ἀδελφὴ μίλησέ μας γιὰ τὸ Θεό, κι ἡ μυγδαλιὰ ἄνθισε».Ἴσως οἱ λέξεις νὰ μὴν εἶναι ἀκριβῶς αὐτές, ὅμως τὸ νόημα εἶναι τὸ ἴδιο μεγαλειῶδες.

Τὸ ἀπολυτίκιο ποὺ ἀκολουθεῖ ἀκριβῶς μαρτυρεῖ τὴ διάλυση τοῦ ἐρέβους - Διαβόλου καὶ τὴ χαρὰ τοῦ Ἰωσὴφ ποὺ ἀκολούθησε τὸν πειρασμό του: «Εὐαγγελίζου Ἰωσήφ, τῷ Δαυὶδ τὰ θαύματα τῷ Θεοπάτορι· Παρθένον εἶδες κυοφορήσασαν μετὰ Μάγων προσεκύνησας· μετὰ ποιμένων ἐδοξολόγησας δι᾿ Ἀγγέλου χρηματισθείς. Ἱκέτευε Χριστὸν τὸν Θεόν, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν».

Εἶναι ἀπόλυτα εὔστοχο αὐτὸ ποὺ σημειώνει ὁ ἐπίσκοπος Ἀχελῴου Εὐθύμιος: «Ὁ Ἰωσὴφ φλεγόταν στὸ καμίνι τῶν σκέψεών του, χωρὶς νὰ γνωρίζει ὅτι ὁ μόνος ποὺ συμπαραστεκόταν στὴ δοκιμασία τοῦ ἦταν Ἐκεῖνος ποὺ ἦταν ἡ αἰτία τῆς δοκιμασίας του: ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ»...

Σύγχρονη μὲ τὴν ἵδρυση τοῦ ναοῦ, κατὰ τὸν 16ο αἰῶνα, εἶναι καὶ ἡ τοιχογραφία τῆς Γέννησης στὸ Καθολικὸ τῆς Μονῆς Δοχειαρίου τοῦ Ἁγίου Ὅρους. Ὅμως ἐδῶ ἔχουμε μία σύνθεση διαφορετικὴ ἀπὸ τὶς ἄλλες ποὺ ἀναφέρθηκαν σὲ αὐτὸ τὸ κείμενο κι ὅσες λιγότερο ἢ περισσότερο εἶναι γνωστές. Πρόκειται γιὰ τὴν εἰκονογράφηση ἑνὸς θαυμάσιου ἰδιομέλου ποὺ ἀναφέρεται στὴ Σάρκωση τοῦ Κυρίου καὶ τὸ ὁποῖο ἐπαναλαμβάνουμε καὶ ἐδῶ:

«Τί σοὶ προσενέγκωμεν Χριστέ, ὅτι ὤφθης ἐπὶ γῆς ὡς ἄνθρωπος δι᾿ ἡμᾶς· ἕκαστον γὰρ τῶν ὑπὸ σοῦ γενομένων κτισμάτων, τὴν εὐχαριστίαν σοὶ προσάγει· οἱ Ἄγγελοι τὸν ὕμνον· οἱ οὐρανοὶ τὸν Ἀστέρα· οἱ Μάγοι τὰ δῶρα· οἱ Ποιμένες τὸ θαῦμα· ἡ Γῆ τὸ Σπήλαιον· ἡ ἔρημος τὴν φάτνην· ἡμεῖς δὲ Μητέρα Παρθένον. Ὁ πρὸ αἰώνων Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς». (Ἦχος β´)

Τὸ σπήλαιο δὲν ὑπάρχει καὶ στὴ θέση τοῦ μεγαλόπρεπος θρόνος βαστάζει τὴ Θεοτόκο περίλαμπρη μὲ τὸν Χριστὸ νὰ εὐλογεῖ στὴν ἀγκαλιά της. Εἶναι ἐδῶ μιὰ συμπύκνωση τοῦ λατρευτικοῦ χρόνου -ὅπως παρατηρεῖ ὁ Καλοκύρης- ποὺ αἰσθητοποιεῖται ἐδῶ μὲ τὸν καλύτερο τρόπο ἀπὸ τὴ Βυζαντινὴ τέχνη. Τὸ «Τί σοὶ προσενέγκωμεν, Χριστέ» ἔχει ἁγιογραφηθεῖ καὶ στὴν Ἱ. Μονὴ Διονυσίου τοῦ Ἁγίου Ὅρους καὶ σὰν θέμα χρονολογεῖ τὴν ἐμφάνισή του στὰ χρόνια τῶν Παλαιολόγων.

Ἡ Γέννηση παρουσιάζεται ἀνεξάρτητα ἀπὸ μία στενὰ συνδεδεμένη μαζί της σκηνή, τὴν Προσκύνηση τῶν Μάγων, ποὺ τὴν πιὸ παλιά της ἀπεικόνιση διασῴζει ἡ κατακόμβη τῆς Ἁγίας Πρισκίλλης στὴ Ῥώμη. Εἰκονίζεται ὁ μάγος Βαλαὰμ νὰ δείχνει στὴ Βρεφοκρατοῦσα τὸ ἀστέρι. Χρονολογία, 3ος αἰώνας στὸ πρῶτο του μισό! Νεότερή της ἀρκετὰ μία ὡραιότατη σὲ χρωματισμὸ καὶ κίνηση παράσταση τῆς Προσκύνησης τῶν Μάγων στὸ Δαφνί, πάνω ἀπὸ τὴν Εἰς ᾍδου κάθοδον καὶ τὸ Μηνολόγιο τοῦ Βασιλείου Β´ Βουλγαροκτόνου. P.Gr. 1613, ὅπου ὡραιότατη σὲ κίνηση καὶ χρωματισμὸ ἡ Προσκύνησή» του, 979-984.

Ὁ λόγος εἶναι πολὺ φτωχὸς μπροστὰ στὴ Θεία Ἐνανθρώπιση. Ὁ λόγος ὅμως ἑνὸς πιστοῦ ποὺ μιὰ ζωὴ σπατάλησε (;) γιὰ νὰ διαλαλεῖ τὸ μεγαλεῖο τῆς ἔχει ἐδῶ καλύτερη τὴν καλύτερη θέση. Εἶναι λίγες οἱ γραμμὲς τοῦ Φώτη Κόντογλου, ἀπὸ τὶς πολλὲς ποὺ ἀφιέρωσε γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτό:

«Ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ ζωγραφίζεται στὰ βυζαντινὰ εἰκονίσματα μὲ τὴν πνευματικὴ ἁγιότητα ποὺ εἶναι ἰστορημένη μέσα στὸ Εὐαγγέλιο. Δηλαδὴ παριστάνεται σὰν μυστήριο, ἐνῷ ἡ κοσμικὴ ζωγραφικὴ ποὺ εἴπαμε τὴ ζωγραφίζει σὰν μία σκηνοθεσία καὶ τίποτα παραπάνω. Κοιτάξετε καμιὰ τέτοια ζωγραφιά, ὅπως εἶναι τοῦ Κορέτζιου εἴτε τοῦ Μουρίλλου, καὶ θὰ νιώσετε τί λέω. Στὶς δικές μας τὶς εἰκόνες ἡ Γέννηση παριστάνεται μὲ ἁπλὸν καὶ βαθὺ τρόπο, χωρὶς ἐπιτηδευμένα στολίσματα καὶ μάταιες αἰσθηματολογίες. Ὅλα εἶναι ἁπλὰ καὶ ταπεινά, πλὴν μέσα στὰ ἁπλὰ αὐτὰ σχήματα ὑπάρχει ἐκεῖνο τὸ Θρησκευτικὸ πνεῦμα ποὺ εἶναι ἄπιαστο γιὰ τοὺς ἄθρησκους, γιατί εἶναι ὡς πνοὴ αὔρας λεπτῆς... Τὸ ἁμαρτωλὸ χέρι μου ἀξιώθηκε νὰ ζωγραφίσει κάμποσες Γεννήσεις σὲ σανίδι, καὶ δυό σε τοιχογραφία, τὴ μιὰ στὸ οἰκογενειακὸ παρεκκλῆσι Γ. Πεσμαζόγλου στὴν Κηφισιά, τὴν ἄλλη, σὲ πολὺ μεγάλο σχῆμα, στὴν ἐκκλησία τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς στὸ Λιόπεσι».

Σὲ εἰκόνα τῆς Γέννησης καὶ τῆς Προσκύνησης τῶν Μάγων ποὺ παλαιότερα ἀπέδιδαν στὸν Ἐμμανουὴλ Τζανφουρνάρη, τοῦ α´ μισοῦ του 17ου αἰῶνα (Μουσεῖο Μπενάκη), στὴ θέση αὐτὴ τοῦ Ἰωσήφ, ποὺ παριστάνεται δεξιὰ κάτω -στὰ ἀριστερὰ ἡ Προσκύνηση- ὁ καλλιτέχνης ζωγραφίζει τὸ λουτρό. Οἱ Μάγοι ἄλλοτε παριστάνονται ἔφιπποι καὶ ἄλλοτε ὄρθιοι ἢ γονατιστοί. Ἄγγελοι ψέλνουν τὸ δοξολογικὸ ὕμνο καὶ ἕτερος ἀγγέλλει τὸ μεγάλο μήνυμα στοὺς ποιμένες. Οἱ κινήσεις ὅλων δείχνουν ἔκσταση μπρὸς στὸ θαῦμα. Σὲ ἄλλες παραστάσεις βοσκὸς καθισμένος παίζει τὸ σουραύλι του. Πρόβατα ζωγραφίζονται δίπλα του, ἀλλὰ καὶ σὲ διάφορα σημεῖα τῆς σύνθεσης ἐνίοτε κι ἕνα ἐλάφι. Σὲ τοιχογραφία τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς Γεροσκήπου Πάφου τῆς Κύπρου σ᾿ αὐτὸν λέγει τὸ μήνυμα ὁ Ἄγγελος, ἐνῷ συνήθως αὐτὸ γίνεται σὲ ἄλλο βοσκό. Ὁ Φώτης Κόντογλου περιγράφει σὲ ἄλλο ἔργο τοῦ ὡς ἑξῆς τὴ βυζαντινὴ Γέννηση:

«Ὁ τύπος τῆς Γεννήσεως στοὺς βυζαντινοὺς εἶναι τοῦτος: Στὴ μέση στέκεται ἕνα σπήλαιο σὰν ἀπὸ κρουστάλλινα βράχια περισκεπασμένο. Μέσα στὸ μαῦρο ἄνοιγμά του εἶναι μιὰ φάτνη καὶ μέσα βρίσκεται ἕνα μωρὸ φασκιωμένο, ὁ Χριστός, κι ἀποπάνω του τὸν ἀχνίζουνε μὲ τὸ χνῶτο τους ἕνα βόδι κι ἕνα γαϊδούρι εἴτε ἄλογο. Ἡ Παναγία εἶναι ξαπλωμένη πλάγι στὸ τέκνο της, ἀπάνω σ᾿ ἕνα στρωσίδι, ὅπως συνηθίζουνε στὴν Ἀνατολή. Στὸ ἀπάνω μέρος ἀπὸ τὰ δεξιὰ εἶναι χορὸς Ἀγγέλων σὲ στάση δεήσεως, ἐνῷ ἀπὸ τ᾿ ἀριστερὰ ἕνας ἄλλος Ἄγγελος, μὲ φτερὰ ἀνοιχτά, μιλᾷ μὲ τοὺς τσομπάνηδες σὰν νὰ τοὺς λέγει τὴ χαροποιὸ εἴδηση. Στὸ κάτω μέρος ἀπὸ τὰ δεξιὰ παριστάνεται ὁ γερο-Ἰωσὴφ καθισμένος σ᾿ ἕνα κοτρόνι καὶ συλλογίζεται μὲ τὸ κεφάλι ἀκουμπισμένο στὸ χέρι του, κατὰ τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ λέγει «ἠβουλήθη λάθρα ἀπολύσαι αὐτήν», καθ᾿ ὅσο δὲν ἤθελε νὰ ἐκθέσει τὴν Παναγία ποὺ γέννησε δίχως νἆναι δικό του παιδί. Μπροστά του στέκεται ἕνας γέρος τσομπάνης ἀκουμπισμένος στὸ ραβδί του, ντυμένος μὲ προβιά, καὶ τοῦ μιλᾷ σὰ νὰ θέλει νὰ τὸν παρηγορήσει. Στὰ ἀριστερὰ εἶναι ἀκουμπισμένη μία γριὰ ποὺ κρατάει στὴν ἀγκαλιά της τὸ νεογέννητο γυμνὸ καὶ δοκιμάζει μὲ τὸ χέρι της τὸ ζεστὸ νερὸ μέσα σὲ μιὰ κολυμπήθρα, ἐνῷ μία μικρὴ χωριατοπούλα μὲ τὸ τσεμπέρι χύνει νερὸ γιὰ νὰ κολυμπήσουνε τὸ μωρό. Γύρω τους κι ἀπάνω στὶς ραχοῦλες βοσκᾶνε πρόβατα, κάθουνται ξαπλωμένα καὶ δυὸ-τρία μαντρόσκυλα. Ἕνας τσομπάνης ἀρμέγει. Πίσω ἀπὸ τὴ σπηλιὰ φαίνονται μέσα στὰ βουνὰ οἱ τρεῖς μάγοι καβαλλικεμένοι στ᾿ ἄλογα, ὁ ἕνας σε ἄσπρο, ὁ ἄλλος σὲ μαῦρο κι ὁ ἄλλος σὲ κόκκινο. Ἡ σκηνὴ μὲ τὶς γυναῖκες ποὺ κολυμπᾶνε τὸ βρέφος εἶναι παρμένη ἀπὸ τὰ Ἀπόκρυφα Εὐαγγέλια. Εἶναι παράξενο πῶς οἱ Βυζαντινοὶ ζωγράφοι, ποὺ ἦταν ὀρθοδοξότατοι, βάζουνε στὶς εἰκόνες τους σκηνὲς ποὺ δὲν εἶναι γραμμένες στὸ Εὐαγγέλιο, παίρνοντάς τες ἀπὸ βιβλία ποὺ δὲν εἶναι κανονικά. Γιὰ τὴ Γέννηση βρίσκεται γραμμένο στὰ Ἀπόκρυφα πὼς σὰν πιάσανε οἱ πόνοι τὴν Παναγία, πῆγε ὁ Ἰωσὴφ νὰ βρεῖ καμιὰ μαμὴ καὶ βρῆκε μία γριὰ ποὺ τὴ λέγανε Σαλώμη κι αὐτὴ ἔπλυνε τὸ παιδί. Σὲ κάποιες ἀρχαῖες τοιχογραφίες εἶναι γραμμένο καὶ τ᾿ ὄνομα τῆς Σαλώμης».

Στὴ μεταβυζαντινὴ περίοδο, ἐξαιτίας δυτικῶν ἐπιδράσεων, παρατηροῦνται κακόδοξες διαφοροποιήσεις. Ἤδη ὁ Θεοφάνης Στρελίτζας-Μπαθᾶς, ὁ κορυφαῖος ἐκπρόσωπος τῆς Κρητικῆς Σχολῆς, στὴ Γέννηση τῆς μονῆς Σταυρονικήτα (1546) ἱστορεῖ τὴν Παναγία ὄχι λεχώνα ξαπλωμένη, ἀλλὰ γονατιστὴ μὲ σταυρωμένα τὰ χέρια στὰ δεξιά του μικροῦ Χριστοῦ, ποὺ τὸν ζεσταίνουν τὰ ζῷα μὲ τὰ χνῶτα τοὺς μέσα στὸ σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, ἐνῷ ὁ ἴδιος στὴ Μεγίστη Λαύρα τὴ ζωγραφίζει κανονικά, ὅπως οἱ Βυζαντινοὶ ἁγιογράφοι.

Μετὰ τὸν Θεοφάνη σημειώνεται μεγαλύτερη ὑποτροπή. Στὸ «Ἐπὶ σοὶ χαίρει» τοῦ σημαντικοῦ Κρητικοῦ ἁγιογράφου Θεόδωρου Πουλάκη (1670-1690), φορητὴ εἰκόνα ποὺ βρίσκεται στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Θεολόγου Πάτμου, στὴν παράσταση τῆς Γέννησης, ποὺ ἀκολουθεῖ τὸ δυτικὸ πρότυπό της Προσκύνησης τῶν Μάγων, ὁ Ἰωσὴφ εἰκονίζεται κατ᾿ ἀντιστοιχία μὲ τὴν Παναγία στὰ ἀριστερά του Χριστοῦ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, γονατιστός με σταυρωμένα κι αὐτὸς τὰ χέρια.

Ἔκτοτε ὁ τύπος αὐτὸς καθιερώνεται, ἂν καὶ δὲν ἐκλείπει ὁ βυζαντινός (λ.χ. στὴ Γέννηση καὶ Προσκύνηση τῶν Μάγων τοῦ α´ μισοῦ του 17ου αἰῶνα τοῦ Μουσείου Μπενάκη, ἡ Παναγία ζωγραφίζεται λεχώνα ξαπλωμένη), ὁ Ἰωσὴφ πηγαίνει στ᾿ ἀριστερὰ καὶ ἡ Παναγία παριστάνεται στὰ δεξιά του Χριστοῦ, ὅπως ὁ Διονύσιος Ἱερομόναχος ἐκ Φουρνᾶ τῶν Ἀγράφων (π. 1670 - π. 1744) στὴν Ἑρμηνεία τῆς Ζωγραφικῆς Τέχνης παραγγέλλει γιὰ τὴν ἱστόρηση τῆς Γέννησης:

«Σπήλαιον καὶ ἔσω εἰς τὸ δεξιὸν μέρος ἡ Θεοτόκος γονατιστὴ βάνουσα τὸν Χριστὸν ὡς βρέφος σπαργανωμένον μέσα εἰς τὴν φάτνην καὶ ἀριστερὰ ὁ Ἰωσὴφ γονατισμένος ἔχων τὰ χέρια σταυρωμένα ἐμπρὸς στὸ στῆθος του...»

Σήμερα ἡ μεγάλη πλειονότητα τῶν ἁγιογράφων ἔχει ἐπανέλθει στὸ βυζαντινὸ πρότυπο. Μπορεῖ ὅμως νὰ δεῖ κανείς, ὅπως π.χ. στὴν Τράπεζα τῆς μονῆς Πανορμίτη Σύμης, Γέννηση φιλοτεχνημένη σὲ μοναστήρι τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου τῆς Καλύμνου, ὅπως τὴν περιγράφει ὁ Διονύσιος ὁ ἐκ Φουρνᾶ. Τὴν Παναγία ζωγραφίζουν ὅπως οἱ ἁγιογράφοι τοῦ Βυζαντίου ὁ Σπύρος Παπαλουκᾶς(Μητροπολιτικὸς Ναὸς Ἄμφισσας, μεταξὺ 1927-1932), ὁ Φώτης Κόντογλου στὸ ναὸ Ζωοδόχου Πηγῆς Παιανίας (ἔργο τοῦ 1946) κ.ἄ., ὁ Ἀγήνωρ Ἀστεριάδης σὲ λινόλεουμ (ἔργο τοῦ 1934), ἡ μονὴ Παρακλήτου Ὠρωποῦ (ἔργο τοῦ 1983 κ.ἄ.), ἡ μονὴ Ὀρμύλιας Χαλκιδικῆς (εἰκόνα δίζωνη ποὺ φέρει πάνω τὸν Παντοκράτορος ἀνάμεσα στὸν Ἅγιο Σίμωνα καὶ τὴν ἁγία Μαρία τὴ Μαγδαληνὴ καὶ κάτω τὴ Γέννηση), ὁ Σπύρος Καρδαμάκης (φορητὴ εἰκόνα τοῦ 1994 κ.ἄ.), ὁ Βλάσης Τσοτσώνης (σὲ πολλὰ ἔργα του), ἡ Λία Παπαγεωργοπούλου (σὲ πολλὲς τοιχογραφίες της) κ.ἄ.

Ἀνάλογα μὲ τὸ σχῆμα τῆς τοιχογραφίας ἢ φορητῆς εἰκόνας, οἱ ἁγιογράφοι τοποθετοῦν γύρω ἀπὸ τὴν κεντρικὴ παράσταση τοὺς ποιμένες, τὸ λουτρὸ κτλ. Οἱ μεγάλοι καλλιτέχνες ἀποθέτουν πάντα τὴ σφραγῖδα τοῦ ταλάντου τους πρωτοτυπώντας καὶ ἐπεξεργαζόμενοι μὲ ἐνάργεια τὸ θέμα τους, ὅσο κι ἂν δὲν ὑπάρχουν μεγάλα περιθώρια στὴν ἱστόρηση τέτοιων θεμάτων.

Στὴν ἀριστουργηματικὴ Γέννηση τοῦ μεγάλου ἁγιογράφου τοῦ Πρωτάτου τῶν Καρυῶν Ἁγίου Ὅρους Μανουὴλ Πανσέληνου (1290), ποὺ δυστυχῶς ἔχει ὑποστεῖ πολλὲς φθορές, ὁ Ἰωσὴφ δὲν διαφέρει στὸ μέγεθος ἀπὸ τὶς γυναῖκες στὸ λουτρὸ τοῦ Χριστοῦ καὶ θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι μαζί τους (ἐκεῖνος ἀριστερὰ κι ἐκεῖνες δεξιά) ἀποτελεῖ μία ξεχωριστὴ σκηνή. Πάντως, τοὺς ἔχει στραμμένη τὴν πλάτη καὶ μὲ τὸ χέρι στὸ κεφάλι φαίνεται πολὺ σκεπτικός. Ἡ Παναγία ἀγκαλιάζει τὸν μικρὸ Χριστὸ καὶ ἀκουμπᾷ μὲ τρυφερότητα τὸ στόμα της στὸ μάγουλό του σὰν νὰ τὸ ἀσπάζεται.

Πολὺ λεπτολόγος ζωγράφος, μὲ πλούσιο τάλαντο, θαυμάσια χρώματα καὶ ἁδρὸ σχεδιασμό, ὁ ζωγράφος τοῦ κυρίως ναοῦ τοῦ καθολικοῦ τῆς μονῆς Βατοπαιδίου στὸν Ἄθω (1312) ἔχει τὴν Παναγία ἀνεστραμμένη, νὰ βλέπει στὸ δεξιὸ μέρος τῆς τοιχογραφίας, ἐνῷ οἱ Μάγοι προσφέρουν ἀπὸ τὰ ἀριστερὰ τὰ δῶρα τους στὸν μικρὸ Χριστό. Τὸ λουτρὸ ἔχει σκεπαστεῖ ἀπὸ μεταγενέστερο χέρι, καθὼς θεωρήθηκε προσβλητικὸ στοιχεῖο στὴν ὅλη παράσταση τῆς Γέννησης, ἂν καὶ πουθενὰ δὲν συγκρούεται μὲ τὸ δόγμα, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς εἶναι τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος. Ἀκόμη καὶ ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης συνιστᾷ νὰ μὴν τὸ ζωγραφίζουν.

Σὲ τοιχογραφία τῆς Γέννησης φιλοτεχνημένη στὸν 16ο αἰῶνα στὴ μονὴ Στρατηγοπούλου, ποὺ βρίσκεται στὸ νησάκι τῆς λίμνης τῶν Ἰωαννίνων καὶ λειτούργησε σ᾿ αὐτὴν ἡ περίφημη «Σχολὴ τῶν Δεσποτῶν» -λέγεται καὶ μονὴ Ντίλιου καὶ εἶναι ἀφιερωμένη στὸν Ἅγιο Νικόλαο- ὁ Ἰωσὴφ ἱστορεῖται ξαπλωμένος κάτω δεξιὰ κι ἀπὸ πάνω τοῦ ἄγγελος. Σὲ ἄλλο μοναστήρι τῆς Ἠπείρου, στὴν Ἁγία Παρασκευὴ Μονοδενδρίου (Ζαγοροχώρια), ἰστορημένο τὸν 15ο αἰῶνα, ὁ Ἰωσὴφ βρίσκεται κάτω στὸ κέντρο, μὲ τὸν μικρὸ Χριστὸ ἀπὸ πάνω του καὶ τοὺς βοσκοὺς στ᾿ ἀριστερά.

Στὴ Γέννηση καὶ Προσκύνηση τῶν Μάγων τοῦ α´ μισοῦ του 17ου αἰῶνα, ζωγραφισμένη σὲ φορητὴ εἰκόνα, ποὺ παλαιότερα ἀπέδιδαν στὸν Ἐμμανουὴλ Τζανφουρνάρη, θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι μὲ συνειδητὴ ἐπιλογὴ συνδυάζεται ἡ ἀνατολική με τὴ δυτικὴ παράδοση. Ἔτσι, ἐνῷ στὴ Γέννηση (ἄνω μέρος) ποὺ ἀκολουθεῖ τὴν πρώτη ὁ Ἰωσὴφ βρίσκεται κάτω δεξιὰ μ᾿ ἕναν βοσκό, στὴν Προσκύνηση τῶν Μάγων (κάτω ἀριστερά) Παναγία καὶ Ἰωσὴφ βρίσκονται πάνω ἀπὸ τὸν Χριστό, ποὺ προσκυνοῦν τριγύρω οἱ Μάγοι. Σὲ χειρόγραφο τοῦ 12ου αἰῶνα, πολὺ ἁπλὰ οἱ Μάγοι ὁδηγοῦνται ἀπὸ ἄγγελο στὸ σπήλαιο γιὰ νὰ προσκυνήσουν τὸν Χριστό, ποὺ τὸν κρατάει ἡ Παναγία καθισμένη σὲ χαμηλὸ βράχο τοῦ Σπηλαίου.

Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὸν τύπο αὐτὸ τῆς Γέννησης ὑπάρχει κι ἄλλη παράσταση, ὅπως τῆς τοιχογραφίας στὴν κόγχη τῆς Τράπεζας τῆς μονῆς Διονυσίου Ἁγίου Ὅρους (ἔργο τοῦ 16ου αἰῶνα), ὅπου ἡ Παναγία εἶναι ἔνθρονη (ἕνα μικρὸ σπήλαιο ποὺ τὸ προσφέρει ἡ γῆ προσωποποιημένη σὲ γυναῖκα ἔχει ζωγραφιστεῖ δεξιὰ στὴν ἄκρη). Ἡ παράσταση αὐτὴ εἰκονογραφεῖ τὸν περίφημο ὕμνο τῶν Χριστουγέννων «Τί σοὶ προσενέγκωμεν, Χριστέ».

Μὲ τὸν ὕμνο αὐτὸ καὶ τὴν ἀπεικόνισή του τονίζεται ἡ συμμετοχὴ τοῦ ἀνθρώπινου γένους στὸ μυστήριο τῆς σάρκωσης τοῦ Λόγου μὲ τὴν ἴδια τὴν Παναγία ποὺ τὸ ἐκπροσωπεῖ. Στὴ μονὴ Διονυσίου, τὴν ἀπέριττη αὐτὴ Γέννηση φιλοτέχνησε Κρητικὸς ζωγράφος, ὁ Ζώρζης, τὸ 1570.

Ὁ μεγάλος Κρητικὸς ζωγράφος Δομήνικος Θεοτοκόπουλος - Γκρέκο (1541-1614) ξεκίνησε τὴ θητεία του στὴν τέχνη, ἀγιογραφώντας εἰκόνες βυζαντινῆς τεχνοτροπίας, ὅπως τὸ «Πάθος τοῦ Χριστοῦ», ὁ «Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ἐνῷ ζωγραφίζει τὴν Ὁδηγήτρια», ἡ «Κοίμηση τῆς Θεοτόκου» κτλ. Στὸ Μουσεῖο Μπενάκη ἀπόκειται νεανικὸ ἔργο τοῦ καλλιτέχνη μὲ τὴν «Προσκύνηση τῶν Μάγων», ποὺ ἀκολουθεῖ ὅμως τὴν Ἀναγέννηση.

Ἡ Νεοελληνικὴ ζωγραφικὴ ἔχει νὰ παρουσιάσει Γεννήσεις ποὺ ἀκολουθοῦν τὰ δυτικὰ πρότυπα. Θὰ μποροῦσε νὰ ἀναφέρει κανεὶς τὴν Προσκύνηση τῶν Ποιμένων τοῦ Μιχαὴλ Δαμασκηνοῦ ἢ τοῦ Στέφανου Τζαγκαρόλα (16ος-17ος αἰῶνας) -στὸ δεύτερο μόνο οἱ δυὸ εἰκονιζόμενοι προφῆτες Μωυσῆς καὶ Ἡσαΐας παραπέμπουν στὴ βυζαντινὴ εἰκονογραφία- ἡ «Μήτηρ θεοῦ», ποὺ κρατάει τὸ νεογέννητο Χριστὸ τοῦ Νικολάου Γύζη (1842-1901), οἱ Τρεῖς Μάγοι τοῦ Κωνσταντίνου Παρθένη (1878-1967) κτλ. Ὁ Ζαχαρίας Παπαντωνίου ἔγραψε ἕνα πολὺ ἀξιόλογο διήγημα γιὰ τὴ διείσδυση τῆς ἀναγεννησιακῆς καὶ τῆς δυτικῆς τεχνοτροπίας στὸ Ἅγιον Ὅρος καὶ τὶς ἀντιδράσεις ποὺ ἄρχισαν νὰ σημειώνονται στὸν 20ο αἰῶνα μὲ ἀφορμὴ τὴν ἱστόρηση εἰκόνας μὲ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ.

Ἐκτὸς ἀπὸ τὴ Γέννηση καὶ τὴν Προσκύνηση τῶν Μάγων, ἡ Φυγὴ στὴν Αἴγυπτο καὶ ἡ Βρεφοκτονία ἀποτέλεσαν ἀντικείμενο τῶν Βυζαντινῶν ἁγιογράφων. Χαρακτηριστικὴ ἀπεικόνιση ὑπάρχει σὲ εἰκονογραφημένο χειρόγραφό της μονῆς Διονυσίου Ἁγίου Ὅρους. Βασίζεται στὴν ἀναφορὰ τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Ματθαίου (2,13-14), σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία στὸν ὕπνο τοῦ Ἰωσὴφ παρουσιάστηκε ἄγγελος μετὰ τὴν ἀναχώρηση τῶν Τριῶν Μάγων καὶ τὸν συμβούλευσε νὰ πάρει τὸν Χριστὸ καὶ τὴ μητέρα του στὴν Αἴγυπτο, γιατί ὁ Ἡρῴδης ἔψαχνε νὰ βρεῖ τὸ νήπιο καὶ νὰ τὸ φονεύσει.

Ἀπὸ τὴ βυζαντινῆς τεχνοτροπίας Γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἐπηρεάστηκε ἡ εἰκονογραφία τῶν Γεννήσεων τῆς Παναγίας (Γενεσίου) καὶ τοῦ Τιμίου Πρόδρομου. Σὲ εἰκόνες τῶν μέσων τοῦ 14ου αἰῶνα ἀπὸ τὸ Novgorod (Πινακοθήκη Tretyakov Μόσχας), ἡ στάση λεχῶνας τῆς Θεοπρομήτορος Ἁγίας Ἄννας καὶ τῆς Ἁγίας Ἐλισάβετ μαζὶ μὲ τὴν ἀπεικόνιση τῶν λουτρὼν κατὰ τὸ πρότυπο ἐκείνου τοῦ Ἰησοῦ εἶναι χαρακτηριστικές. Στὴ Ρωσία εἶχε διαδοθεῖ μὲ τὸν ἴδιο τύπο καὶ ἡ γέννηση τοῦ Ἁγίου Νικολάου.

Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2009

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΤΗΣ ΚΡΟΝΣΤΑΝΔΗΣ- 20 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ


Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης
ὁ προορατικὸς & ἰαματικὸς ἱερέας
τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καὶ τῆς κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης

ἐγεν. Σούρα Ρωσίας 18-10-1829 - ἐκοιμ. Κρονστάνδη Ρωσίας 20/12/1908. Μνήμη: 20 Δεκεμβρίου

Ἐπιμέλεια - Παρουσίαση: Παναγιώτης Μπούρδαλας

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ:
http://www.phys.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/agiologion/agios_iwannhs_ths_kronstandhs.htm

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Α. Γέννηση - ἀνατροφή

Ὁ π. Ἰωάννης (Ἰβὰν) Ἴλιτς Σέργιεφ γεννήθηκε τὴν 18 Ὀκτωβρίου 1829, μέρα γιορτῆς τοῦ μεγάλου Σλαύου Ὁσίου Ἰωάννη τῆς Ρίλας (Βουλγαρίας), τοῦ ὁποίου πῆρε τὸ ὄνομα. Τὸ χωριὸ του λέγεται Σούρα στὸ νομὸ Ἀρχάγγελκ στὴ βορεινὴ Λευκὴ θάλασσα τῆς Ρωσίας.

Ὁ πατέρας του Ἠλίας (Ἴλιτς) Μιχαήλοβιτς Σέργιεφ ἦταν ὀλιγογράμματος ἱεροψάλτης τῆς ἐνοριακῆς ἐκκλησίας τοῦ χωριοῦ. Ἡ μητέρα του Θεοδώρα Βλάσιεβνα ἦταν λίγο μορφωμένη. Ὁ παππούς του ἦταν ἱερέας ἀπὸ γένος ἱερατικό.

Ἡ θεία λατρεία καὶ ἡ αὐστηρὴ νηστεία ἦταν οἱ βάσεις τῆς παιδικῆς του κατήχησης, παρότι γεννήθηκε καχεκτικὸς καὶ βαφτίστηκε τὴ νύχτα τῆς γέννησής του.

Β. Σπουδές

Ὅταν ἔγινε ἕξι ἐτῶν ἄρχισε ἡ μητέρα του νὰ τοῦ παραδίδει μαθήματα. Σὲ ἡλικία 10 ἐτῶν στάλθηκε στὴν ἐνοριακὴ σχολὴ τοῦ Ἀρχάγγελκ. Τέλειωσε 22 ἐτῶν, σὰν πρῶτος μαθητής, τὸ θεολογικὸ Σεμινάριο καὶ μὲ κρατικὴ ὑποτροφία στάλθηκε στὴ θεολογικὴ Ἀκαδημία τῆς Πετρούπολης. Τότε πεθαίνει ὁ πατέρας του σὲ ἡλικία 48 ἐτῶν.

Μὲ ὅπλο τὸν καλλιγραφικὸ γραπτό του χαρακτήρα, γίνεται γραμματέας τῆς Ἀκαδημίας καὶ μὲ πενιχρὸ μισθὸ ἐννέα ρούβλια τὸ μήνα ζεῖ αὐτὸς καὶ ἡ μητέρα του. Ἐνῷ εἶχε τὴν ἐπιθυμία νὰ γίνει ἱεραπόστολος στὴ μακρινὴ Κίνα, στὸ τέταρτο ἔτος τῶν σπουδῶν περνάει βαθειὰ κατάθλιψη, ποὺ ὅμως τὴν ξεπερνάει σιγὰ-σιγά. Μελέτησε τὰ γραπτὰ πολλῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, στάθηκε ὅμως ἰδιαίτερα στὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο καὶ τὸν Φιλάρετο Μόσχας. Στὴν Ἀκαδημία ἐπιπλέον διδάχθηκε ὅλες τὶς τότε γνωστὲς ἐπιστῆμες.

Εἶναι ὅμως ἀναγκαῖο νὰ σημειώσουμε ὅτι π. Ἰωάννης εἶναι καρπὸς τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀναγέννησης ποὺ σημειώθηκε στὰ τέλη τοῦ 18ου καὶ ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰώνα, παρότι αὐτὴ δὲν σημάδεψε καίρια καὶ πλήρως τὴν Ρωσικὴ θεσμικὴ Ἐκκλησία. Νὰ θυμίσουμε ὅτι ἡ ἀρχὴ ἔγινε μὲ τὸν στάρετς Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ (1722-1794) ποὺ ἀναγνωρίστηκε ὡς ἅγιος τὸ 1988 ἀπὸ τὴ Ρωσικὴ Ἐκκλησία.

Πνευματικοὶ ἀπόγονοι καὶ καρποὶ ἦσαν πολλοὶ ἀκόμα. Ἀνάμεσά τους ὁ ὅσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ (1759 -1833, μνήμη 2 Ἰανουαρίου, ἀναγνώριση τὸ 1903), ἡ ὁσία Ξένη Γκριγκόριεβνα, ἡ διὰ Χριστὸ σαλή, (1732 – 1806/1814, ἀναγν. τὸ 1988), ὁ ὅσιος Ἀμβρόσιος τῆς Ὄπτινα (1812-1891, ἀναγν. τὸ 1988) ὁ μητροπολίτης Μόσχας Πλάτων, μητροπολίτης Πετρουπόλεως Γαβριήλ, ὁ ἐπίσκοπος Ἰγνάτιος Μπραντσανίνωφ (1807-1867, ἀναγν. τὸ 1988), ὁ ὅσιος Θεοφάνης ὁ ἔγκλειστος (1815-1894, ἀναγν. τὸ 1988, ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, ὁ γέροντας Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ, κλπ.

Γ. Ἱερατικὴ πορεία

Στὸ τέλος τῶν σπουδῶν του ἐγκαταλείπει ὁριστικὰ τὴ σκέψη τῆς ἐξωτερικῆς ἱεραποστολῆς, διότι ἔνοιωσε τὴν ἀνάγκη τοῦ ὀρθόδοξου φωτισμοῦ τοῦ δικοῦ του λαοῦ. Ἔτσι τοῦ προτείνεται ἡ θέση ἱερέα στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα τοῦ Πρωτοκλήτου στὴν Κρονστάνδη ἡ ὁποία, στὸ νησὶ Κότλινε τοῦ Φιννικοῦ κόλπου, ἦταν τόπος ἐξορίας κάθε «παραστρατημένου» μικροαστοῦ. Ὁ γέροντας ἱερέας Κωνσταντῖνος Νετβίτσκυ τοῦ ζήτησε ἐπιπλέον, καὶ αὐτὸς δέχτηκε, νὰ νυμφευτεῖ καὶ τὴν κόρη του Ἐλισσάβετ Κωνσταντίνοβνα.

Στὶς 11 Νοεμβρίου 1855 (26 ἐτῶν) ἔγινε διάκονος καὶ τὴν ἑπόμενη πρεσβύτερος, ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Χριστόφορο Βιννίτσκυ, στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Πέτρου καὶ Παύλου. Ὁ ἱερέας πιὰ Ἰωάννης, γιὰ νὰ βρίσκεται σὲ ἱερατικὴ ἐγρήγορση, βάζει αὐστηροὺς κανόνες στὸν ἑαυτό του. Τοὺς τηρεῖ ὄλους μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸν ποὺ τὸν ἤθελε νὰ ἡσυχάζει πολὺ στὸ σπίτι, γιατὶ οἱ ἀνάγκες τῶν πονεμένων ἀδελφῶν του ἦταν περισσότερες ἀπὸ ὅ,τι ὑπολόγιζε. Ἡ σύζυγός του γίνεται μὲ αὐταπάρνηση βοηθὸς στὸ ἔργο του καὶ μετὰ ἀπὸ ἕνα χρονικὸ διάστημα συναποφασίζουν τελικὰ νὰ ζήσουν χωρὶς παιδιά, σὰν ἀδέλφια.

Δ. Ὁ λαός του

Στὸν τόπο ἐξορίας, στὴν Κρονστάνδη, ἀκόμη καὶ τὰ παιδιὰ ἀπὸ 7 ἐτῶν ἦταν παραστρατημένα καὶ ἐπικίνδυνα. Γρήγορα ὁ π. Ἰωάννης κατάλαβε πὼς ὅλοι ἀνήκουν στὸ ποίμνιό του. Ἡ προσέγγιση ἄρχισε ἀπὸ τὰ παιδιά, γιατὶ ὅπως ἔλεγε κρατοῦν ἕνα μέρος ἀπὸ τὸ ἀρχικὸ μεγαλεῖο της εἰκόνας τοῦ Θεοῦ. Ἀκολούθησαν σιγὰ-σιγὰ καὶ οἱ μεγάλοι. Ἡ μέριμνά του ἁπλώθηκε καὶ ἀγκάλιασε καὶ ψυχὲς ἔξω ἀπὸ τὴν ἐνορία του.

Ἐνθάρρυνε κάθε ἄνδρα καὶ γυναίκα, ἀρκεῖ νὰ ἔβλεπε καὶ τὸν παραμικρὸ σπινθῆρα στὶς ψυχές τους. Μοίραζε τόσα ἀπὸ τὰ πενιχρά του ἔσοδα, ποὺ γιὰ τὸ σπίτι του δὲν εἶχε οὔτε τὰ ἀπαραίτητα. Ἔφτανε σ᾿ αὐτὸ πολλὲς φορὲς χωρὶς τὰ παπούτσια του. Οἱ φτωχοὶ καὶ παραμελημένοι ἦταν στὴν καρδιά του. Τοὺς ἀγόραζε πολλὲς φορὲς τρόφιμα ὁ ἴδιος, τοὺς ἔφερνε γιατρό, τοὺς πήγαινε στὸ φαρμακεῖο. Πάντα πίσω του ἀκολουθοῦσε πλῆθος ζητιάνων.

Ἔτσι ἄρχισε νὰ προκαλεῖ δυσφορία στὴν «ὑψηλὴ κοινωνία» τῆς Κρονστάνδης. Ὅμως αὐτὸς ἐπιτίθετο καὶ ἐνοχλοῦσε πλούσιους καὶ πολιτικοὺς παράγοντες πρὸς τὴν κατεύθυνση λύσης τῶν προβλημάτων τῶν φτωχῶν καὶ ἐξόριστων, παρ᾿ ὅλη τὴν χλεύη ποὺ δεχόταν.

Ε. Τὸ μεγάλο κοινωνικὸ ἔργο του

Ἡ βάση τῆς φιλανθρωπικῆς του δράσης στηριζόταν στὸ νὰ ὀργανώσει αὐτοὺς ποὺ μποροῦσαν νὰ βοηθοῦν. Μὲ συχνὰ κηρύγματα ἀνέλυε τὶς πολύπλευρες αἰτίες τῆς Κρονστανδικῆς πενίας καὶ ἐπαιτείας. Κατάφερε σύντομα λοιπὸν νὰ ἱδρυθοῦν πτωχοκομεῖα, ἐργατικὲς πολυκατοικίες, ἐπαγγελματικὲς σχολὲς καὶ ἔτσι νὰ δοθεῖ ἀνάλογα στὸν καθένα κατοικία καὶ ἐργασία. Ἔμβλημά του ἡ κοινωνικὴ ἀλληλεγγύη.

Ἂς ἀναφέρουμε μέρος τοῦ ἔργου του:

  • Τὸ 1874 συγκροτεῖ ἐνοριακὴ πρόνοια γιὰ τοὺς φτωχούς.
  • Στὶς 12 Ὀκτωβρίου 1882, ἐγκαινιάζει ἐργατικὴ ἑστία. Ἡ ἑστία κάηκε, ἀλλὰ πάλι τὴν ἔκτισε, ἀφοῦ εἶχε ἤδη δημιουργήσει ἀσφαλιστικὸ ταμεῖο. Τὸ ἵδρυμα αὐτὸ μεγάλωσε καὶ ἔγινε πολυδύναμο, ὅπου ἔβρισκαν γνώσεις καὶ ἐργασία παιδιὰ καὶ ἀπόκληροι. Τὸ 1902 δούλευαν σὲ αὐτὸ 7281 ἐργαζόμενοι.
  • Τὸ 1903 ἡ στοιχειώδης σχολὴ τοῦ ἱδρύματος εἶχε 259 παιδιά, τὸ τμῆμα ζωγραφικῆς 30 ἄτομα, τὸ ἐργαστήρι ξυλουργικῶν εἰδικοτήτων 61 ἄτομα, τὸ γυναικεῖο τμῆμα 50 ἄτομα. Διέθετε ἐπιπλέον ἐργαστήρι ὑποδηματοποιίας, ζωολογικὴ συλλογὴ καὶ τμῆμα γυμναστικής.
  • Ἡ παιδικὴ βιβλιοθήκη τὸ 1896, διέθετε 2687 τόμους, ἐνῷ παράλληλα μὲ αὐτὴν λειτουργοῦσαν δυὸ βιβλιοπωλεῖα.
  • Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἱδρύματα λειτουργοῦσαν ἀκόμη τὸ σχολεῖο τῆς Κυριακῆς, τὸ κέντρο λαϊκῶν διαλέξεων, τὸ λαϊκὸ ἀναγνωστήριο καὶ ἡ δανειστικὴ βιβλιοθήκη.
  • Ἡ ἐνοριακὴ πρόνοια συντηροῦσε ὀρφανοτροφεῖο - νηπιαγωγεῖο καὶ ἐξοχικὸ οἴκημα γιὰ παιδιά, πτωχοκομεῖο, ξενώνα γιὰ ἀστέγους καὶ κέντρο ἰατρικῆς βοήθειας. Τὸ 1596 πέρασαν δωρεὰν ἀπὸ τὸ ἰατρεῖο αὐτὸ 2721 ἀσθενεῖς, ἐνῷ ἡ λαϊκὴ τραπεζαρία ἑτοίμαζε σὲ καθημερινὴ βάση 400 ἕως 800 μερίδες φαγητοῦ.
  • Πρέπει βεβαίως νὰ τονιστεῖ ὅτι ἡ ποικίλη βοήθεια δινόταν σὲ ὄλους, ἀνεξάρτητα ἀπὸ καταγωγὴ ἢ θρησκευτικὴ ὁμολογία. Ἔτσι ἡ δημοτικότητα τοῦ π. Ἰωάννη πῆρε πανρωσικὲς διαστάσεις, σὲ μία ἐποχὴ μάλιστα ποὺ οἱ ἅγιοι ἦταν ἐλάχιστοι (καὶ κυρίως στὰ μοναστήρια, ἐνῷ λιγότεροι ἦταν στὶς ἐνορίες).
  • Ἐπιστέγασμα αὐτῆς του τῆς πορείας εἶναι ἡ ἵδρυση στὴν Πετρούπολη γυναικείας μονῆς ἀφιερωμένης στὸν Ἅγιο Ἰωάννη τῆς Ρίλας, ἡ ἵδρυση τῆς μονῆς Βοροντσόφσκυ στὸ Ριμπίνσκυ τῆς ἐπαρχίας Πσκὸφ καὶ τῆς μονῆς Πιουχτίτσκυ στὴ Ρωσικὴ Πολωνία.

Στ. Ἔργα καὶ στὸ χωριὸ του Σούρα

Ἰδιαίτερη μέριμνα δείχνει γιὰ τὸ χωριό του. Χτίζει ἐκεῖ τρισυπόστατο πέτρινο ναὸ ἀφιερωμένο στὸν Ἅγ. Νικόλαο, τὸν Ἅγ. Ἰωάννη τῆς Ρίλας καὶ τὴν Ἁγ. Παρασκευή. Ἱδρύει ἀκόμη ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ ἀδελφότητα, σχολεῖο, παιδικὴ στέγη, πριονιστήριο καὶ συνεταιρισμό. Κατόπιν δημιουργεῖ ἱερὰ γυναικεία μονὴ ἀφιερωμένη στὸν Ἅγ. Ἰωάννη τῆς Ρίλας.

Τὸ 1912 ἡ μονὴ εἶχε 120 μοναχές, ἐνῷ διέθετε ξεχωριστὴ σκήτη κοντὰ στὸ χωριὸ καὶ μετόχι στὸ Ἀρχάγγελκ.

Ζ. Ὁ π. Ἰωάννης σὰν παιδαγωγός

Ἐπὶ 32 χρόνια ὁ π. Ἰωάννης ἐργάστηκε σὰν παιδαγωγὸς (1857-1862 στὴν περιφερειακὴ σχολὴ Κρονστάνδης καὶ 1862-1889 στὸ Γυμνάσιό της). Βασική του ἀρχὴ ἦταν ἡ ἁπλότητα στὴ διδασκαλία. Θεωροῦσε πῶς ἡ γνώση εἶναι ἀπέραντη, γι᾿ αὐτὸ καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκλεγεῖ γιὰ τὰ παιδιὰ μόνο τὸ πιὸ ἀπαραίτητο τμῆμα της. Γιὰ νὰ δημιουργηθεῖ ἕνα ἁρμονικὸ σύστημα, θεωροῦσε πὼς ἡ μόρφωση εἶναι ἀχώριστη ἀπὸ τὴν ἀγωγὴ τῆς καρδιᾶς, ἡ ὁποία καὶ προηγεῖται.

Σὰν δάσκαλος ἀπέφευγε νὰ τιμωρεῖ, δίδασκε μὲ συζήτηση, ἐπαναλάμβανε τὶς ἐκλεκτὲς περικοπὲς ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, προκαλοῦσε ἐρωτήματα, ἐνθάρρυνε τὴν παιδικὴ ἐλευθερία καὶ πρωτοβουλία. Τὰ παιδιὰ ἐνθουσιασμένα μαζί του ἐλεύθερα τὸν ἔκαναν συχνὰ ἐξομολόγο τους.

Προσωπικές του παιδαγωγικὲς ἀρχές:

  • Ἡ ἀρχὴ τῆς ἁπλότητας τῆς διδασκαλίας.
  • Ἡ μόρφωση ὀφείλει νὰ εἶναι ἀχώριστη ἀπὸ τὴν ἀγωγὴ τῆς καρδιᾶς.
  • Νὰ μὴ τιμωρεῖ.
  • Νὰ διδάσκει μὲ διαλογικὴ συζήτηση.
  • Νὰ ἐπαναλαμβάνει μὲ τρόπο ζωντανὸ ἀναλύσεις τῆς Ἁγίας Γραφῆς συνοδεύοντας τὴν ἐπανάληψη μὲ ἀναγνώσεις ἐκλεκτῶν περικοπῶν.
  • Νὰ ἐπιτρέπει τὶς ἐρωτήσεις τῶν μαθητῶν καὶ νὰ προκαλεῖ συζητήσεις, στὶς ὁποῖες ἔπαιρναν μέρος πολλοὶ ἀπ᾿ αὐτούς.
  • Ἡ ἐνθάρρυνση τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς πρωτοβουλίας τῶν μαθητῶν.
  • Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀκολουθία μπορεῖ καὶ πρέπει νὰ εἶναι τὸ καλύτερο μέσον ἀγωγῆς γιὰ τὴν μόρφωση τῆς χριστιανικῆς ψυχῆς.

Η. Ὁ π. Ἰωάννης σὰν πνευματικὸς

Ἦλθε σύντομα ἀντίθετος μὲ τὴ Ρωσικὴ συνήθεια τῆς «μιᾶς φορᾶς τὸ χρόνο» Θείας Κοινωνίας. Γι᾿ αὐτὸ τὸν λόγο πρότεινε συχνὴ συμμετοχὴ στὶς ἀκολουθίες, ἀγωνιστικὴ διάθεση φιλανθρωπίας καὶ ἐξομολόγηση μετὰ ἀπὸ μετάνοια. Ἡ προσωπικὴ ἐξομολόγηση ποὺ ἔκανε, ἦταν συχνὰ πολύωρη, ἔτσι τὸ μεγάλο πλῆθος τῶν πιστῶν τὸν ὁδήγησε σὲ ἀναβίωση τῆς κοινῆς ἐξομολόγησης.

Καταδίκαζε μὲ αὐστηρότητα τὴν χλιαρότητα καὶ τὸν τυπικὸ εὐσεβισμὸ τῆς Ρωσικῆς κοινωνίας, ποὺ εἶχε ὑποβαθμίσει τὴ μετοχὴ στὴ θεία Κοινωνία σὲ μία «ἅπαξ τοῦ ἔτους ὑποχρέωση» καὶ τὴν Θεανδρικὴ ζωὴ τῆς ἐκκλησίας στὸ ἐπίπεδο τῶν «ἐθίμων».

Δὲν εἶναι ἑπομένως τυχαῖο ὅτι τὸ 1890 καθημερινὰ τὸν ζητοῦσαν γιὰ ἐξομολόγηση 150-300 πιστοί. Στὴ Θεία Λειτουργία ἡ Θεία Κοινωνία διαρκοῦσε πάνω ἀπὸ δύο ὦρες. Ἔγινε λοιπὸν ἕνας «στάρετς» ποὺ ἔκαναν σ᾿ αὐτὸν ἐλεύθερη ὑπακοὴ χιλιάδες πιστοί, γιατὶ ἄνοιξε καινούργιους δρόμους μένοντας πιστὸς στὴν ὀρθόδοξη πίστη. Ἐμπόδιζε ἀπὸ τὴ Θεία Κοινωνία μόνο τοὺς φανατικοὺς ὀπαδούς του (Ἰωαννίτες), μὲ τοὺς ὁποίους εἶχε ἀνοικτοὺς λογαριασμοὺς ἀπὸ τὸ 1880.

Οἱ θρησκόληπτοι αὐτοί, ὅπου ὑπερίσχυαν οἱ γυναῖκες, τὸν θεωροῦσαν ὡς νέα ἐνσάρκωση τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς ἦταν ἕνας ἀκόμη λόγος νὰ πηγαίνει στὰ μέρη ποὺ ... δροῦσαν γιὰ νὰ τοὺς πολεμήσει. Ἔτσι τὸ πρῶτο ταξίδι γι᾿ αὐτὸ τὸ σκοπὸ τὸ ἔκανε τὸ 1892 στὴ περιοχὴ Γντόφσκυ, κοντὰ στὴ Πετρούπολη.

Θ. Οἱ περιοδεῖες του

Ὅσο παράδοξο καὶ ἂν φαίνεται ὁ π. Ἰωάννης ἔκανε μεγάλες, πολλὲς καὶ ποικίλες περιοδεῖες. Τὶς ἐπαναλάμβανε σὲ τακτὰ διαστήματα. Αὐτὸ ὀφείλεται στὴν ἀνάγκη ποὺ δημιούργησε ἡ ἀπήχηση τῆς ζωῆς του πέρα ἀπὸ τὴν Κρονστάνδη καὶ ἡ τεράστια ἀλληλογραφία ποὺ εἶχε.

Τὰ ταξίδια αὐτὰ ἄρχισαν τὸ 1988 πηγαίνοντας κάθε χρόνο στὸ χωριό του Σούρα. Τὰ ὑπόλοιπα ταξίδια - περιοδεῖες ἔγιναν στὸ Βορονέζ, Χάρκοβο, Κίεβο, Κούρκ, Ὀδησσό, Βαρσοβία καὶ ... Βερολίνο. Στὸ ἐνδιάμεσο ἐννοεῖται ὅτι σταματοῦσε συχνά. Σὲ μιὰ ἐνδιάμεση στάση στὸ Ρίζοβο πέρασαν ἀπὸ ἐκεῖ 100.000 ὀνόματα. Ὑπῆρχαν μέρες ποὺ περνοῦσαν 7.000 ἕως 8.000.

Συχνὰ ταξίδευε μὲ τραῖνο. Ἔτσι ἀναγκάζονταν νὰ συνδέσουν 10-12 βαγόνια συμπληρωματικὰ γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσουν τοὺς ἀνθρώπους ποὺ προσπαθοῦσαν νὰ τὸν συναντήσουν! Ὀφείλουμε νὰ τονίσουμε πὼς δὲν ἦταν μόνο ὁ λόγος τῆς ἐξομολόγησης ἢ τοῦ κηρύγματος γιὰ τὴ μεγάλη κοσμοσυρροή. Ἦταν συχνὰ καὶ τὸ ξετύλιγμα τῆς ἰαματικῆς χάρης ποὺ τοῦ δινόταν καὶ καρποφοροῦσε στοὺς ἀληθινὰ πιστοὺς καὶ ὄχι στοὺς θρησκόληπτους.

Ι. Σημεῖα Ἁγιότητας

Ὁ π. Ἰωάννης μὲ τὴν προσευχὴ ἦταν αἴτιος πολλῶν θαυμάτων, ἐνῷ ἀπαντοῦσε ἀκόμη σὲ γραπτὲς παρακλήσεις ἢ καὶ σὲ τηλεγραφήματα πιστῶν καὶ μή. Πολλὲς θεραπεῖες ἀναφέρονται στὶς βιογραφίες του ἐν ζωῇ, ἀλλὰ καὶ μετὰ θάνατον.

* Ἀναφέρει ὁ ἴδιος γιὰ σημεῖο θεραπείας ποὺ σχετιζόταν μὲ τὴ θεία μετάληψη: «Ἕνας ἄρρωστος ἔπασχε ἀπὸ θανάσιμο ἕλκος στομάχου. Ὑπέφερε ἐπὶ ἐννέα ἡμέρες χωρὶς παραμικρὴ ἀνακούφιση ἀπὸ τοὺς γιατρούς... Κοινώνησε μὲ σταθερὴ πίστη. Προηγουμένως προσευχήθηκα θερμὰ γι᾿ αὐτόν... Τὸ ἀπόγευμα τῆς ἴδιας μέρας θεραπεύτηκε καὶ τὸ βράδυ σηκώθηκε ἀπὸ τὸ κρεβάτι!»

* Ὅταν οἱ ἀσθενεῖς ἦταν πάρα πολλοί, ἔκανε καὶ σύντομη ἀκολουθία τοῦ ἁγιασμοῦ καὶ δέηση συγχωρητικὴ τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ ἀρρώστου. Μιὰ τέτοια περίπτωση θεραπείας ἦταν τῆς πριγκίπισσας Εἰρήνης Βλαδιμήροβνα Μπαριατίνσκαγια, ποὺ δημοσιεύτηκε τὸ 1892 στὴν ἐφημερίδα «Γραζντανίν», ὅπου ἀναφέρεται: « ...Ἡ καταδικασμένη ἀπὸ διετίας νὰ κάθεται διαρκῶς στὴ καρέκλα λόγω παραλύσεως τῶν κάτω ἄκρων 13ετὴς κόρη, μετὰ προσευχὴ τοῦ π. Ἰωάννου, πρὸς ἀνέκφραστη χαρὰ ὅλων, σηκώθηκε καὶ περπάτησε». Τὴν ἄρρωστη πριγκίπισσα νοσήλευαν χωρὶς ἀποτέλεσμα μέχρι τότε οἱ καλύτεροι γιατροὶ Ράουχφοους, Ριμπάλκιν καὶ Μερζεέφσκυ.

* Ὁ συγγραφέας Σούρσκυ ἀναφέρει τὴν κάπως κωμικὴ περίπτωση τοῦ ἱερορράπτη Π. Γ. Θεοδώροβιτς, ποὺ πίστευε ὅτι θὰ θεραπευόταν ὁ τραυλισμός του. Πράγματι: «Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1893 ὁ βραδύγλωσσος περίμενε στὴ Μόσχα ἀνάμεσα στὸ πλῆθος γιὰ τὸ ...θαῦμα. Ἄρχισε νὰ φωνάζει τραυλίζοντας φοβερά: Μπάτιουσκα, προσευχηθεῖτε γιὰ μένα. Ὁ π. Ἰωάννης τὸν χτύπησε μὲ τὸ δεξὶ χέρι στὸ ἀριστερὸ μάγουλο καὶ τὸν διέταξε: Μίλα καθαρά, μίλα καθαρά. Τὸ θαῦμα ἔγινε. Ἡ τόσο ἐνοχλητικὴ πάθηση ἔπαυσε νὰ τὸν ταλαιπωρεῖ...»

* Οἱ περιπτώσεις θεραπείας τυφλῶν ξεχωρίζουν ἀπὸ τὶς ἄλλες, ἐπειδὴ χρησιμοποιοῦσε σχεδὸν πάντα ἁγιασμό. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Μπογουτσάρσκυ Σεραφεὶμ διηγεῖται ὅτι «ἕνας τυφλὸς ὁδηγήθηκε στὸ σταθμὸ Γολοὺτ τὴν ὥρα ποὺ στάθμευε τὸ τραῖνο μὲ τὸ ὁποῖο ταξίδευε ὁ π. Ἰωάννης. Τότε ἐκεῖνος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ βγάλει ὁ ἄρρωστος τὸ μαντήλι ἀπὸ τὰ μάτια του. Ἔψαλε τὴν ἀκολουθία τοῦ ἁγιασμοῦ, ἔβρεξε τὸ μαντήλι στὸ ἁγιασμένο νερὸ καὶ ἔνιψε τρεῖς φορὲς τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ. Ξαφνικὰ ὁ τυφλὸς φώναξε: Βλέπω! Βλέπω! ... Ἔπεσε αὐτὸς καὶ οἱ συγγενεῖς στὰ πόδια τοῦ π. Ἰωάννη... Ἀναγκάστηκαν νὰ τὸν ἀπομακρύνουν μὲ τὴν βοήθεια τῆς χωροφυλακῆς».

* Ὁ ἐπίσκοπος Πετσὲρκ Ἰωάννης ἀφηγήθηκε στὸ Βελιγράδι γιὰ τὸν καθηγητὴ Ἀ. Ι. Ἀλεξάντρωφ πῶς «ἄργησε νὰ ἔλθει στὴν παράκληση σὲ ἕνα σπίτι τῆς πόλης Καζάν. Θέλοντας νὰ μείνει ἀπαρατήρητος στάθηκε στὸ διπλανὸ δωμάτιο. Ὅλοι ἀσπάζονταν τὸ Σταυρὸ τοῦ π. Ἰωάννη καὶ αὐτὸς στράφηκε στὸ πίσω μέρος τῆς πόρτας, ποὺ κρυβόταν ὁ Ἀλεξάντρωφ, καὶ φώναξε: Γιατί ὁ καθηγητὴς δὲν ἔρχεται;

Ὅταν αὐτὸς παρουσιάστηκε τὸν ρώτησε: Φοβάστε τὸ Σταυρό; Γιατί αὐτό; Ἀφοῦ μάλιστα πολὺ γρήγορα θὰ τὸν δίνετε καὶ σὲ ἄλλους νὰ τὸν ἀσπαστοῦν... Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ τὸν ἄφησε ἡ γυναίκα του, πῆρε διαζύγιο καὶ κάρηκε μοναχός. Ἀργότερα ἔγινε πρύτανης τῆς Θεολογικῆς Ἀκαδημίας καὶ Ἀρχιερέας...»

ΙΑ. Ἡ κοίμησή του

Καὶ ἐνῷ κατὰ τὸ 1907 ἤδη ἦταν ἐπίλεκτο μέλος πολλῶν κοινωφελῶν ὀργανώσεων, διορίστηκε καὶ μέλος τῆς Ἱ. Συνόδου. Ὅμως ποτὲ δὲν ἔκανε χρήση τοῦ δικαιώματος νὰ συμμετάσχει. Τὰ παράσημα ποὺ τοῦ ἔδωσαν, ὅπως καὶ τὰ βαρύτιμα ράσα ἢ οἱ δωρεὲς τῶν πλουσίων, ἔδιναν ἀφορμὲς γιὰ ἐπικρίσεις. Ἦταν ἕνα συμπλήρωμα τῶν δοκιμασιῶν του.

Διότι δὲν ξεχώρισε τὴν καλὴ ἀγγελία καὶ ὡς ἀνάγκη καὶ τῶν πλουσίων καὶ τῶν ἐπιφανῶν. Σὲ μιὰ ταραγμένη ἐποχὴ δὲν ἤθελαν νὰ τὸν ξεχωρίσουν, αὐτὸν ποὺ ἔδωσε τὰ πάντα καὶ χάρισε ὅλη τη ζωή του γιὰ τοὺς βασανισμένους, ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἐκμεταλλεύονταν τὰ ἀξιώματα γιὰ ἴδιο ὄφελος...

Βαριὰ ἄρρωστος τὸν Δεκέμβρη τοῦ 1908, χωρὶς νὰ καταλύει τὴν νηστεία τῶν Χριστουγέννων, τέλεσε γιὰ τελευταία φορὰ τὴ θεία Λειτουργία στὶς 10-12-1908. Εἶχε μία ἐντελῶς ἀδύνατη φωνὴ μὲ βασανιστικοὺς πόνους καὶ στὸ τέλος ἐν μέσῳ λυγμῶν τῶν πιστῶν δίδαξε πάνω σὲ κάθισμα γιὰ τελευταῖα φορά.

Στὶς 18 τοῦ μηνὸς εἶπε «δόξα τῷ Θεῷ, ὅτι ἔχουμε δυὸ μέρες ἀκόμα γιὰ νὰ τὰ κάνουμε ὅλα». Στὶς 19 ἔχασε τὶς αἰσθήσεις του, τὸ βράδυ συνῆλθε ἀλλὰ μὲ πυρετό. Λειτούργησαν μεσάνυκτα γιὰ νὰ προλάβουν νὰ τὸν κοινωνήσουν μὲ πολὺ κόπο. Στὶς 6.00 τοῦ διάβασαν τὴν εὐχὴ «εἰς ψυχορραγοῦντα».

Ἀπεβίωσε, στὴν Κρονστάνδη, στὶς 07:40 τῆς 20 Δεκεμβρίου 1908, σὲ ἡλικία 80 ἐτῶν. Ἡ κηδεία του ἦταν ἐπιβλητική. Τὴν ἀκολούθησαν πάνω ἀπὸ 20.000 πιστοί. Συμμετεῖχε ὁ πρωθιεράρχης τῆς ρωσικῆς ἐκκλησίας μὲ πολλοὺς ἐπισκόπους, 60 ἱερεῖς καὶ 20 διακόνους.

Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος διέταξε ὁ βίος του νὰ διδάσκεται στὰ ἱερατικὰ σεμινάρια. Ὁ τάφος του βρίσκεται στὸν ὑπόγειο ναὸ τῆς γυναικείας μονῆς Ἰωάννοφσκυ τῆς Πετρούπολης, ὡς μεγάλο προσκύνημα. Ἡ ζωή του χαρακτηρίζεται προφητικὴ γιὰ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας τοῦ 20οῦ καὶ 21ου αἰῶνα.

Στὶς 8 Ἰουνίου 1990, ἡ Ἱ. Σ. τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, στὴν πράξη ἀναγνώρισης τῆς ἁγιότητάς του ἀναφέρει ὅτι ἔγινε «... γιὰ τὴν ἐνάρετη ζωή του μὲ τὴν ὁποία ἦταν τύπος τῶν πιστῶν καὶ γιὰ τὴν πλήρη ζήλου καὶ θυσιῶν ὑπηρεσία του στὸν Θεὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία. Γιὰ τὴν ἀγάπη του στὸν πλησίον μὲ τὴν ὁποία σὰν τὸν καλὸ Σαμαρείτη δίδασκε στὸ ποίμνιό του τὴν εὐσπλαχνία πρὸς τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς δυστυχισμένους. Γιὰ τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε, τόσο στὴ ζωή, ὅσο καὶ μετὰ θάνατον, μέχρι σήμερα...»

ΙΒ. Τὸ συγγραφικό του ἔργο

Παρότι ὁ στάρετς Ἰωάννης ἦταν πνευματικὸ τέκνο τοῦ ὀρθοδόξου ἡσυχασμοῦ, στὰ συγγράμματα καὶ τοὺς λόγους του ἡ δραστηριότητά του ἐξωτερικὰ εἶχε λατρευτικὸ (Θ. Λειτουργία – ἀκολουθίες – μυστηριακὴ ζωή) καὶ κοινωνικὸ χαρακτήρα (κοινωνικὴ ἀλληλεγγύη καὶ ἰάσεις). Ἔτσι τὰ ἔργα του ποὺ τυπώθηκαν ἦταν:

α) Συζητήσεις καὶ κηρύγματα

β) Ἀντιρρητικὴ συγγραφή, ἀναμνήσεις καὶ ἐπιστολές. Τὰ γράμματα καὶ τὰ τηλεγραφήματα ποὺ δέχονταν, ἔφθαναν - καὶ ἑπομένως ἀπαντοῦσε σχεδὸν σὲ ὅλα – καθημερινὰ γύρω στὰ 6.000 ἀπὸ τὰ πιὸ ἀπίθανα σημεῖα τῆς Ρωσίας.

γ) Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ἡμερολόγιό του μὲ τὸ τὸν τίτλο «ἡ ἐν Χριστῷ ζωή μου».

Τὸ βιβλίο αὐτὸ γνώρισε πολλὲς «ἐπαυξημένες» ἐκδόσεις, ἐκδόσεις σὲ πολλὲς γλῶσσες καὶ ἐκδόσεις σὲ ἄλλες ὁμολογίες. Ἡ ἀγγλικὴ μετάφραση τοῦ Γουλιάεφ, 1987, προκάλεσε μάλιστα μεγάλη αἴσθηση στοὺς διανοούμενους. Κρίσεις γράφηκαν στὸν ἀγγλικό, ἀμερικανικὸ καὶ αὐστραλέζικο τύπο.

Ὁ δομινικανὸς Στὰρκ ἐξέδωσε μικρὸ τόμο ἀπὸ ἀποσπάσματα στὴ γαλλικὴ γλώσσα. Ἀργότερα μεταφράστηκαν ἔργα του καὶ μελέτες στὶς διάφορες σλαβικὲς γλῶσσες. Ξεχωρίζει τὸ ἔργο τοῦ Βούλγαρου ἱερομονάχου Μεθοδίου.

Ἡ ἑλληνικὴ μετάφραση τοῦ βιβλίου «Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή μου» ἔγινε ἀπὸ τὸν μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο Ἀμερικῆς Μιχαήλ. Τὸ 1974 ὁ Β. Μουστάκης κυκλοφόρησε τόμο μὲ ἀποσπάσματα μὲ τὸν ἴδιο τίτλο (ἐκδ. «Ἀστήρ»).

ΙΓ. Ἀποσπάσματα λόγων του

1. Γιὰ τὴν καρδιά: «Ἡ καρδιὰ εἶναι ὁ πρῶτος παράγοντας στὴ ζωή μας. Ἡ καρδιακὴ γνώση προηγεῖται τῆς νοησιαρχικῆς. Ἡ καρδιὰ βλέπει ἄμεσα, ἀστραπιαία, ἑνιαία. Αὐτὴ ἡ γνώση τῆς καρδιᾶς μεταδίδεται στὸ νοῦ, καὶ μέσα στὸ νοῦ χωρίζεται σὲ μέρη, ἀναλύεται σὲ συστατικά. Ἡ ἀλήθεια ἀνήκει στὴ καρδιὰ καὶ ὄχι στὸ νοῦ. Στὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο καὶ ὄχι στὸν ἐξωτερικό...

Στὴ κατάσταση τῆς ἀπιστίας γιὰ κάτι ἀληθινὸ καὶ ἅγιο, ἡ καρδιὰ συνήθως γεμίζει ἀπὸ στενοχώρια καὶ φόβο. Ἀντίθετα στὴν εἰλικρινὴ πίστη νοιώθει χαρά, ἠρεμία, ἄνεση καὶ ἐλευθερία. Ἡ ἀλήθεια φανερώνεται καὶ θριαμβεύει στὶς καταστάσεις τῆς καρδιᾶς...

Ἐμεῖς ἔχουμε ἕνα βαρόμετρο ἀκριβείας, τὸ ὁποῖο δείχνει τὴν ἄνοδο ἢ τὴν πτώση τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ καρδιά. Μποροῦμε νὰ τὴν ὀνομάσουμε καὶ πυξίδα».

2. Γιὰ τὴ θεία λατρεία: «Κατὰ τὴ θεία λατρεία, κατὰ τὴν τέλεση ὅλων τῶν Μυστηρίων καὶ τῶν Ἀκολουθιῶν, ἔχε ἐμπιστοσύνη στὴ δύναμη τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως τὸ μικρὸ παιδὶ ἔχει ἐμπιστοσύνη στοὺς γονεῖς του. Θυμήσου, ὅτι οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, σὰν θεόπνευστοι φωστῆρες, κινούμενοι ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, σὲ ὁδηγοῦν στὶς τρίβους τῆς σωτηρίας.

Νὰ μετέχεις λοιπὸν στὴ θεία λατρεία μὲ ἁπλὴ καρδιά, μὲ ἐμπιστοσύνη μικροῦ παιδιοῦ. Νὰ ἐναποθέτεις ὅλη σου τὴ φροντίδα στὸν Κύριο καὶ νὰ εἶσαι ἐντελῶς ἐλεύθερος ἀπὸ τὴ λύπη καὶ τὴν ἀγωνία. «Μὴ μεριμνήσητε πῶς ἢ τί λαλήσετε. Δοθήσεται γὰρ ὑμῖν ἐν ἐκείνῃ τὴ ὥρα τί λαλήσετε» (Ματθ. Ι´ 19). Πῶς συμβαίνει τώρα αὐτό; «Οὐ γὰρ ὑμεῖς ἐστὲ οἱ λαλοῦντες, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τοῦ Πατρὸς ὑμῶν τὸ λαλοῦν ἐν ὑμῖν» (στίχ. 20).»

3. Γιὰ τὴν παιδαγωγική: «Προσπαθῆστε νὰ προοδεύετε στὴν ἐσωτερικὴ καρδιακὴ ἐπιστήμη, στὴν ἐπιστήμη δηλαδὴ τῆς ἀγάπης, τῆς πίστης, τῆς προσευχῆς, τῆς πραότητας, τῆς ταπεινοφροσύνης, τῆς εὐγένειας, τῆς ὑπακοῆς, τῆς σωφροσύνης, τῆς συγκαταβατικότητας, τῆς συμπάθειας, τῆς αὐτοθυσίας, τῆς κάθαρσης ἀπὸ πονηροὺς καὶ κακοὺς λογισμούς...

«Ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. στ´ 33).»

Περισσότερο ἀπ᾿ ὅλα νὰ μαθαίνετε τὴν γλώσσα τῆς ἀγάπης, τὴν πιὸ ζωντανὴ καὶ ἐκφραστικὴ γλώσσα. Χωρὶς αὐτή, ἡ γνώση τῶν ξένων γλωσσῶν δὲν φέρνει καμμιὰ οὐσιαστικὴ ὠφέλεια.»

4. Γιὰ τὴν προσευχή:

Ι. «Ἡ σωτηρία καὶ ἡ προσευχὴ δὲν βρίσκονται στὰ πολλὰ λόγια, ἀλλὰ στὴν κατανόηση καὶ στὴν θέρμη τῆς καρδιᾶς. Τὸ σπουδαιότερο πράγμα, ποὺ πρέπει νὰ θυμᾶσαι κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἡμέρας εἶναι ὅτι πρέπει νὰ ἔχεις συνεχῆ μνήμη Θεοῦ, νὰ κάνεις δηλαδὴ μυστικὴ νοερὰ προσευχή.

Κι ἐγὼ ὁ ἴδιος δὲν ἔχω καιρὸ νὰ παρευρίσκομαι σὲ μακρὲς μοναστηριακὲς ἀκολουθίες, ἀλλὰ ὅπου κι ἂν πάω, εἴτε μὲ τὰ πόδια εἴτε μὲ τὸ πλοῖο, εἴτε μὲ τὴν ἅμαξα καθιστὸς ἢ ξαπλωμένος, δὲν μ᾿ ἐγκαταλείπει ποτὲ ἡ σκέψη τοῦ Θεοῦ. «Προωρώμην τὸν Κύριον ἐνώπιόν μου διὰ παντός... ἵνα μὴ σαλευθῶ.» (Ψαλμ. 15:8). Ἡ σκέψη ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι κοντά μου δὲν μ᾿ ἐγκαταλείπει ποτέ. Πρέπει καὶ σὺ νὰ προσπαθήσεις νὰ κάνης τὸ ἴδιο.»

ΙΙ. «... Ὅταν, προσευχόμενοι μὲ ζέση ἱστάμενοι, καθήμενοι, ἐξηπλωμένοι ἢ περιπατοῦντες, αἴφνης μᾶς ἐπισκέπτεται τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καὶ ἀκούοντες τὴν Φωνήν Του αἰσθανόμεθα ὅτι εἰσέρχεται εἰς τὴν ψυχήν μας ὄχι διὰ τοῦ στόματος, οὔτε διὰ τῆς ρινός μας, οὔτε διὰ τῶν ὤτων - μολονότι ὁ Σωτὴρ μετέδωκε τὸ Πνεῦμα διὰ τοῦ λόγου καὶ τῆς πνοῆς καὶ μολονότι «ἡ πίστις ἔρχεται δι᾿ ἀκοῆς» ( Ρωμ. 10, 17 ) – ἀλλ᾿ ἀπ᾿ εὐθείας διὰ τοῦ σώματος εἰς τὴν καρδίαν, ὅπως ἀκριβῶς ὁ Κύριος ἐπέρασε διὰ τῶν τοίχων τῆς οἰκίας ὅταν ἐπεσκέφθη τοὺς Ἀποστόλους μετὰ τὴν Ἀνάστασιν, καὶ ἐνεργεῖ ταχέως ὅπως ὁ ἠλεκτρισμὸς καὶ μάλιστα ταχύτερον ἀπὸ κάθε ἠλεκτρικὸν ρεῦμα.

Τότε αἰσθανόμεθα τὴν ὕπαρξίν μας ἐλαφράν, διότι αἰφνιδίως ἐλευθερωνόμεθα ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτιῶν μας, τὸ αἴσθημα τῆς συντριβῆς διὰ τῆς ἁμαρτίας, τὸ πνεῦμα τῆς εὐλαβείας, τῆς εἰρήνης καὶ τῆς χαρᾶς μᾶς ἐπισκέπτεται ...»

ΙΙΙ. «...Μάθε νὰ προσεύχεσαι. Βίαζε τὸν ἐαυτόν σου εἰς τὴν προσευχήν. Κατ᾿ ἀρχὰς θὰ εὕρῃς δυσκολίαν, ὕστερον ὅμως ὅσον περισσότερον βιάζῃς τὸν ἐαυτόν σου, τόσον εὐκολώτερον θὰ προσεύχεσαι. Εἰς τὴν ἀρχὴν ὅμως εἶναι πάντοτε ἀναγκαῖον νὰ βιάζῃ κανεὶς τὸν ἑαυτό του...»

5. Γιὰ τὴν συμμετοχή μας στὶς ἀκολουθίες: «Νὰ ἔρχεσαι ὅσο μπορεῖς συχνότερα στὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ, νὰ συμμετέχεις στὶς ἀκολουθίες γιὰ νὰ δοξάζεις τὸν Κύριο ἢ νὰ ζητᾶς τὸ ἔλεός Του γιὰ τὴν πνευματική σου ἀδυναμία, γιὰ τὴν ψυχική σου φτώχεια καὶ ἁμαρτωλότητα. Κανεὶς τόσο δυνατὰ καὶ τόσο εἰλικρινὰ δὲν θὰ πονέσει μαζί σου γιὰ τὴν ἀδυναμία σου ὅσο ἡ Ἐκκλησία. Ὅλα ὅσα δοκιμάζεις ἐσὺ τὰ δοκίμασαν ἀκόμη καὶ τὰ ἐκλεκτότερα τέκνα Της, ἔπασχαν πνευματικὰ ὅπως κι ἐσύ, ἁμάρταναν καὶ ἔπεφταν ὅπως ἀκριβῶς κι ἐσύ...

Πουθενὰ τόσο βαθειὰ καὶ ὁλοκληρωτικὰ δὲν ἐρχόμαστε σὲ συναίσθηση καὶ αὐτογνωσία ὅσο μέσα στὸν ναό, γιατὶ ἐδῶ εἶναι ἰδιαίτερα αἰσθητὴ ἡ παρουσία τοῦ σῴζοντος Θεοῦ καὶ ἐνεργεῖ μὲ ἀνερμήνευτο τρόπο ἡ χάρη Του. «Ὁ Θεὸς γὰρ ἐστιν ὁ ἐνεργῶν ἐν ὑμῖν καὶ τὸ θέλειν καὶ τὸ ἐνεργεὶν ὑπὲρ τῆς εὐδοκίας» (Φιλιπ. 2, 13).

Μὲ τὴ βοήθεια τῶν εὐχῶν, τῶν ὕμνων καὶ τῶν ἀναγνωσμάτων, ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει τὸν ἑαυτό του σ᾿ ὅλη του τὴ γυμνότητα, διαπιστώνει τὴν ἀδυναμία του, τὴ πνευματική του φτώχεια, τὴν ἀθλιότητα καὶ ἄκρα ἁμαρτωλότητά του. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, συναντᾶται μὲ τὴν ἄπειρη εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, τὴν ἄκρα ἀγαθότητά Του, τὴν πανσοφία καὶ τὴ παντοδυναμία Του.»

6. Γιὰ τὴν ἐντολὴ τῶν «καλῶν ἔργων»: «Ἐγὼ τὴν ἐννοῶ ὡς ἑξῆς: «Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς.» (Ματθ. 5:16). Ἀφῆστε λοιπόν, τὸν κόσμο νὰ ἰδῇ τὰ καλὰ σὰς ἔργα, γιὰ νὰ δοξάσει γι᾿ αὐτὰ τὸν Κύριο. Θὰ πάρουν ἔτσι οἱ ἄνθρωποι ἕνα ζωντανὸ παράδειγμα καὶ θὰ πεισθοῦν γι᾿ αὐτὰ τὰ ἔργα.

Ἀπ᾿ αὐτὴν ὅμως πρέπει νὰ τὰ κρύβετε (κι ἔδειξε μὲ τὸ δάχτυλό του τὴν καρδιά). Ἀπ᾿ αὐτήν, ὅλα πρέπει νὰ μένουν κρυφὰ «Μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου» (Ματθ. 6:3). Μὲ τὸ «ἀριστερὰ» ἐννοεῖ στὴν πραγματικότητα τὴν γνώμη, ποὺ ἔχομε γιὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ τὴν ματαιοδοξία.»

7. Γιὰ τὸ φόβο τοῦ μέλλοντος: «Γιατί νὰ κοιτάζουμε τὸ μέλλον; «Ἀρκετόν τῇ ἡμέρᾳ ἡ κακία αὐτῆς» (Ματθ. 6:34). Ἂς παραδοθοῦμε σὰν παιδιὰ στὸν Οὐράνιο Πατέρα μας. «Ὁ Θεὸς οὐκ ἐάσει ὑμᾶς πειρασθῆναι ὑπὲρ ὃ δύνασθε» (Α´ Κορ. 10:13). Μὲ τὶς ὑποψίες βασανίζεις μόνο τὸν ἑαυτό σου καὶ δὲν ἐξυπηρετεῖς τὸν σκοπό, ποὺ ἔταξες. Βλάπτεις ἀκόμη καὶ τὸν ἑαυτό σου μὲ τὸ νὰ φαντάζεσαι ἐκ τῶν προτέρων ὅτι ὑπάρχει κακὸ ἐκεῖ, ὅπου πιθανὸν δὲν ὑπάρχει τίποτε. Ἐφόσον ἐμεῖς δὲν κάνομε κακὸ σὲ κανένα, ἂς μᾶς κάνουν οἱ ἄλλοι, ἂν τὸ ἐπιτρέπει αὐτὸ ὁ Θεός.»

8. Γιὰ τὸν πειρασμὸ τῆς ἀπελπισίας στὴν ἡγουμένη Ταϊσία: «Ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει σ᾿ αὐτὸν τὸν πειρασμὸ νὰ προσβάλλει τὶς δυνατότερες φύσεις, αὐτοὺς δηλαδή, ποὺ εἶναι πιὸ πεπειραμένοι στὸν πνευματικὸ πόλεμο. Ὁ ἐχθρός σου τὸν παρουσιάζει, ἐπειδὴ βλέπει ὅτι οἱ ἀγῶνες σου φθάνουν σ᾿ ἕνα τέλος, ὅτι ἑτοιμάζεται γιὰ σένα στὸν οὐρανὸ μία ἀνταμοιβὴ καὶ θέλει νὰ σὲ χτυπήσει καὶ νὰ σὲ ρίξει κάτω μ᾿ ἕνα δυνατὸ τίναγμα καὶ νὰ σοῦ στερήσει ἔτσι τὸν στέφανο.

Ἔχει καταστρέψει πολλοὺς με τὴν ἀπόγνωση. Νὰ εἶσαι δυνατὴ καὶ ἀνδρεία, νὰ πολεμᾶς τὶς μηχανορραφίες τοῦ ἐχθροῦ. Μὴν παραδίδεσαι. Νὰ σηκώνεις αὐτὸν τὸν σταυρὸ μὲ ταπείνωση καὶ ἀντοχή. Νὰ θεωρεῖς ὅτι αὐτὸς ὁ πειρασμὸς σοῦ παρουσιάζεται, γιὰ νὰ μεγαλώσει τὴν ταπεινοφροσύνη σου καὶ ὁ Κύριος θὰ σὲ βοηθήσει. Αὐτὸς ποὺ ἔχει θεμελιωμένη τὴν ψυχή του πάνω σὲ βράχο, δὲν θὰ κλονισθεῖ ἀπὸ τοὺς ἀνέμους τῶν πειρασμῶν τοῦ ἐχθροῦ, καμιὰ καταιγίδα δὲν εἶναι ἀρκετὰ δυνατὴ νὰ συγκλονίσει τὰ θεμέλια. Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ τὸ σπίτι τῆς ψυχῆς του εἶναι χτισμένο στὴν ἄμμο, ἡ ψυχή, ποὺ δὲν ἔχει σὰν θεμέλιό της τὴν Πέτρα Χριστό, εὔκολα καταστρέφεται ἀκόμη καὶ μὲ μία μικρὴ μπόρα.

Τὴν πνευματικὴ κλίμακα νὰ τὴν ἀνεβαίνεις, ὄχι νὰ τὴν κατεβαίνεις. Νὰ ἀνυψώνεσαι στὸ πνεῦμα καὶ στὸν νοῦ. Κλήθηκες, γιὰ νὰ ὁδηγήσεις τὸ μικρό σου ποίμνιο τῶν παρθένων, ποὺ τὶς ἔχει διαλέξει ὁ Θεός, γιὰ ν᾿ ἀκολουθήσουν τὴν μοναχικὴ ζωή. Αὐτὸ τὸ ἔργο νὰ μὴν τὸ θεωρεῖς κατώτερο ἢ μικρότερο ἀπὸ τὶς ἀρετὲς ἐκεῖνες καὶ τὰ ἀσκητικὰ ἐπιτεύγματα, ποὺ θὰ μποροῦσες νὰ ἐπιτύχεις μὲ τὴν ἡσυχία προσπαθώντας νὰ σώσεις μόνο τὴν ψυχή σου.

Τώρα δὲν ἔχεις εἰρήνη, ἐπειδὴ ὑπηρετεῖς τὸν πλησίον σου. Οἱ ἀγῶνες σου τώρα εἶναι οἱ φροντίδες καὶ οἱ θλίψεις. Εἶναι φροντίδες καὶ θλίψεις μαρτύρων, γιατὶ ἐσὺ σταυρώνεσαι γιὰ ὅλους, γιὰ χάρη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πλησίον σου. Τί θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ὑψηλότερο;»

9. Τί θὰ πεῖ νὰ εἶσαι ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας; «Νὰ τί θὰ πεῖ, μὲ ἁπλὰ λόγια: Βλέπεις ἕνα φτωχὸ ποῦ ζητᾶ ἐλεημοσύνη; Ἀναγνώρισε σ᾿ αὐτὸν τὸν ἀδελφό σου, καὶ ἐλέησέ τον μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι στὸ πρόσωπό του βλέπεις τὸν ἴδιο τὸν Χριστό.

Σὲ ἐπισκέπτεται ἕνας ἄνθρωπος, γνωστὸς ἢ καὶ ἄγνωστος; Δέξου τον πάλι ὅπως θὰ δεχόσουν τὸν Κύριο, ἂν σοῦ χτυποῦσε τὴν πόρτα. Ἀγκάλιασέ τον μὲ τὴν ἀγάπη σου, φιλοξένησέ τον μὲ χαρὰ καὶ συζήτησε μαζί του πνευματικὰ θέματα.»

10. Γιὰ τὴν σχέση μὲ τοὺς ἀγνώστους: «Τὸν κάθε ἄνθρωπο ποὺ σὲ πλησιάζει, νὰ τὸν δέχεσαι μὲ καλοσύνη καὶ μὲ χαρούμενη διάθεση, ἀκόμη κι ἂν εἶναι ἕνας ἐπαίτης ἢ μία πτωχὴ γυναίκα. Ἐσωτερικὰ νὰ ταπεινώνεσαι μπροστὰ σὲ ὅλους, θεωρώντας τὸν ἑαυτό σου κατώτερο ἀπὸ ὅλους, διότι ἐσὺ τοποθετήθηκες ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ νὰ εἶσαι ὑπηρέτης ὅλων. Οἱ ἀδελφοί σου εἶναι μέλη Του, ἀκόμη κι ἄν, ὅπως ἐσύ, φέρουν ἐπάνω τους τὰ τραύματα τῶν παραπτωμάτων».

11. Οἱ δυὸ ὄψεις τῆς ἐγκόσμιας ζωῆς: «Ὑπάρχει μία ἀληθινή, πραγματικὴ ζωὴ καὶ μία φαινομενική, ψεύτικη ζωή. Τὸ νὰ ζεῖς γιὰ νὰ τρῶς, νὰ πίνεις, νὰ ντύνεσαι, γιὰ νὰ ἀπολαμβάνεις καὶ νὰ γίνεσαι πλούσιος, τὸ νὰ ζεῖς γενικὰ γιὰ ἐγκόσμιες χαρὲς καὶ φροντίδες, αὐτὸ εἶναι μιὰ φαντασία.

Τὸ νὰ ζεῖς ὅμως γιὰ νὰ εὐχαριστεῖς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἄλλους, γιὰ νὰ προσεύχεσαι καὶ νὰ ἐργάζεσαι μὲ κάθε τρόπο γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν τους, αὐτὴ εἶναι πραγματικὴ ζωή. Ὁ πρῶτος τρόπος ζωῆς εἶναι ἀκατάπαυτος πνευματικὸς θάνατος. Ὁ δεύτερος εἶναι ἀκατάπαυτη ζωὴ τοῦ πνεύματος.»

12. Γιὰ τὶς ἁμαρτίες - πάθη τῶν παιδιῶν: «Μὴν παραμελεῖτε νὰ ξεριζώνετε ἀπὸ τὶς καρδιὲς τῶν παιδιῶν τὰ ζιζάνια τῆς ἁμαρτίας, τοὺς ἀκαθάρτους, κακοὺς καὶ βλάσφημους λογισμούς, τὶς ἁμαρτωλὲς συνήθειες, κλίσεις καὶ πάθη. Ὁ ἐχθρὸς καὶ ἡ ἁμαρτωλὴ σάρκα δὲ λείπουν οὔτε ἀπὸ τὰ παιδιά. Τὰ σπέρματα ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν ὑπάρχουν καὶ σὲ αὐτά.

Δεῖξτε τους ὅλους τοὺς κινδύνους τῆς ἁμαρτίας στὸ δρόμο τῆς ζωῆς. Μὴν κρύβετε τὶς ἁμαρτίες ἀπ᾿ αὐτά, μήπως ἀπὸ ἄγνοια ἢ ἔλλειψη εὐφυΐας ἀποκτήσουν κακὲς συνήθειες καὶ ἐμπαθεῖς ροπές, οἱ ὁποῖες γίνονται ὅλο καὶ πιὸ ἰσχυρὲς καὶ δίνουν τοὺς καρπούς τους ὅταν τὰ παιδιὰ φθάσουν σὲ ὥριμη ἡλικία.»

13. Ὑλικὸς κόσμος: «Στὸν ὑλικὸ κόσμο ὑπάρχουν πολλὰ ποὺ ἀντιστοιχοῦν στὸ πνευματικὸ κόσμο. Διότι ὁ ὑλικὸς κόσμος εἶναι δημιούργημα τοῦ Πνεύματος καὶ ὁ Δημιουργὸς δὲν μποροῦσε παρὰ νὰ σφραγίσει μὲ τὴν εἰκόνα Του τὸ δημιούργημα...

Ὁ κόσμος σὰν δημιούργημα τοῦ ζῶντος καὶ πανσόφου Θεοῦ εἶναι γεμάτος ζωή. Παντοῦ καὶ σὲ κάθε τι ὑπάρχει ζωὴ καὶ σοφία. Σὲ ὅλα τὰ ὁρατὰ διακρίνουμε τὴν ἔκφραση τῆς σκέψεως. Ὄχι μόνο στὸ σύνολο, ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε μέρος. Ὁ ὑλικὸς κόσμος εἶναι ἕνα συναρπαστικὸ βιβλίο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο μποροῦμε νὰ διδαχθοῦμε τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, ὄχι ὅμως τόσο καθαρὰ ὅπως ἀπ᾿ αὐτή.»

ΙΔ. Ἀπὸ τὶς διδαχὲς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου

* «Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος» λέγει ὁ Κύριος «ὑμεῖς τὰ κλήματα» (Ἰωάν. 15, 5), δηλαδὴ ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Καὶ ὅπως ὁ Κύριος εἶναι Ἅγιος, ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἁγία· ὅπως ὁ Κύριος εἶναι «ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή», ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία, διότι ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία καὶ ἡ αὐτὴ μὲ τὸν Κύριον «ἐκ τῆς σαρκὸς αὐτοῦ καὶ ἐκ τῶν ὀστέων αὐτοῦ» (Ἐφ. 5, 30) ἢ τὰ κλήματα Αὐτοῦ, ῥιζωμένη εἰς Αὐτόν - ὁ Ὁποῖος εἶναι ἡ ζῶσα ἄμπελος καὶ τρεφομένη ἀπ᾿ Αὐτὸν καὶ αὐξάνουσα μὲ Αὐτόν. Ποτὲ μὴ φαντάζεσαι τὴν Ἐκκλησίαν χωριστὴν ἀπὸ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα.

...Κάθε ἱερεὺς εἶναι ἀπόστολος στὸ χωριὸ ἢ τὴν ἐνορία του καὶ ὀφείλει νὰ περιέρχεται τὰς οἰκίας τῶν πιστῶν κηρύττων τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, διδάσκων τοὺς ἀμαθεῖς, ἐξυπνῶν τοὺς ἀμελεῖς, τοὺς ζῶντας εἰς τὰ πάθη των καὶ τὰς σαρκικὰς ἀπολαύσεις, εἰς ζωὴν χριστιανικήν· ἐνθαρρύνων καὶ τονώνων, μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς μελλούσης ἀμοιβῆς, τοὺς εὐσεβεῖς καὶ νηφαλίους· ἐνισχύων καὶ παρηγορῶν τοὺς δυσαρεστημένους. Αὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι τὸ ἀντικείμενον τῶν λιτανειῶν μὲ τὸν σταυρὸν κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτάς... Πρέπει νὰ κηρύσσωμεν μὲ τὸν σταυρὸν εἰς τὰς χεῖράς μας ὅτι «ὁ Χριστὸς ἦλθεν εἰς τὴν γῆν διὰ νὰ μᾶς ὑψώσῃ εἰς τοὺς οὐρανούς»· ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ προσκολλώμεθα εἰς τὰ γήϊνα· καὶ ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐκτιμοῦμε τὸν χρόνον, διὰ νὰ κερδίσωμεν τὴν αἰωνιότητα, νὰ καθαρίσωμεν τὰς καρδίας μας ἀπὸ κάθε ἀκαθαρσίαν καὶ νὰ κάμωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα ἔργα ἀγαθά:

«Ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον» (Ἰωάν, 4, 34).

* Ἡ προσευχὴ τοῦ ἱερέως ἔχει μεγάλην δύναμιν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἀρκεῖ μόνον ὁ ἱερεὺς νὰ ἐπικαλῆται τὸν Κύριον μὲ ὅλην τὴν καρδίαν του, μὲ πίστιν καὶ ἀγάπην. Θεέ, δὸς ὥστε νὰ ὑπάρξουν περισσότεροι ἱερεῖς οἱ ὁποῖοι θὰ προσεύχωνται εἰς Σὲ μὲ πνεῦμα ζέον· διότι ποῖος πρέπει νὰ προσεύχεται πρὸς τὸν Κύριον διὰ τὰ πρόβατά Του μὲ τόσην δύναμιν, παρὰ ὁ ἱερεύς, ὁ ὁποῖος ἔλαβε χάριν καὶ ἐξουσίαν παρ᾿ Αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ νὰ κάμνῃ αὐτό;

* Ὅπως τὸ φῶς καὶ ἡ θερμότης εἶναι ἀχώριστα ἀπὸ τὸν ἥλιον, ἔτσι καὶ ἡ ἁγιότης, ἡ διδαχή, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ εὐσπλαγχνία πρὸς ὅλους πρέπει νὰ εἶναι ἀχώριστα ἀπὸ τὸ πρόσωπον τοῦ ἱερέως· διότι τίνος τὸ ὑπούργημα φέρει; τοῦ Χριστοῦ. Τίνος κοινωνεῖ τόσον συχνά; τοῦ Χριστοῦ - Αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ, τοῦ Σώματος καὶ Αἵματος Αὐτοῦ. Διὰ αὐτὸ ὁ ἱερεὺς πρέπει νὰ εἶναι εἰς τὸν πνευματικὸν κόσμον, εἰς τὸ μέσον τοῦ ποιμνίου του, ὅ,τι εἶναι ὁ ἥλιος εἰς τὴν φύσιν! Φῶς δι᾿ ὅλους, ζωοποιὸς θερμότης, ἡ ψυχὴ ὅλων.

Ὁ ἱερεύς, ὡς ἰατρὸς ψυχῶν, ὀφείλει νὰ εἶναι ἐλεύθερος ἀπὸ πνευματικὲς ἀδυναμίες (δηλαδὴ ἀπὸ πάθη) διὰ νὰ εἶναι ἱκανὸς νὰ θεραπεύῃ καὶ τοὺς ἄλλους· ὡς ποιμήν, ὀφείλει νὰ τρέφεται εἰς τὰς χλοώδεις νομὰς τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν συγγραμμάτων τῶν Ἁγίων Πατέρων, διὰ νὰ γνωρίζῃ ποῦ νὰ βοσκήσῃ τὰ πνευματικά του πρόβατα· ὀφείλει νὰ εἶναι ἱκανὸς νὰ παλαίῃ ἐναντίον τῶν νοητῶν λύκων, διὰ νὰ γνωρίζῃ πῶς θὰ ἠμπορῇ νὰ τοὺς ἐκβάλῃ καὶ νὰ τοὺς ἀπομακρύνῃ ἀπὸ τὴν ποίμνην τοῦ Χριστοῦ· ὀφείλει νὰ εἶναι ἔμπειρος καὶ ἰσχυρὸς εἰς τὴν προσευχὴν καὶ τὴν ἐγκράτειαν· νὰ μὴ δεσμεύεται ἀπὸ κοσμικὲς ἐπιθυμίες καὶ θέλγητρα, ἰδιαίτερα ἀπὸ τὴν ἀπληστίαν, τὴν φιλαυτίαν, τὸν ἐγωϊσμόν, τὴν φιλοδοξίαν. Γενικὰ δὲ ὀφείλει νὰ εἶναι φῶς, διὰ νὰ φωτίζῃ ἄλλους· πνευματικὸν ἅλας, διὰ νὰ προφυλάσσῃ τοὺς ἄλλους ἀπὸ τὴν πνευματικὴν φθορὰν καὶ νὰ εἶναι καὶ ὁ ἴδιος ἀπηλλαγμένος ἀπὸ τὴν φθοροποιὸν ἐπίδρασιν τῶν παθῶν. Ἂν ὅμως τὸ ἀντίθετον συμβαίνῃ, κάθε πρόσωπον ἀσθενὲς πνευματικῶς θὰ μπορῇ νὰ πῇ: «ἰατρέ, θεράπευσον σεαυτὸν» (Λουκ. 4, 23) πρῶτον καὶ ἔπειτα θὰ σοὶ ἐπιτρέψω καὶ ἐμὲ νὰ θεραπεύσῃς. «Ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν δοκὸν ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου, καὶ τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν τὸ κάρφος ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ τοῦ ἀδελφοῦ σου» (Ματ. 7, 5).

Ὁ ἱερεὺς πρέπει νὰ εἶναι ἀδιάφορος πρὸς τὰ γήϊνα, διὰ νὰ μὴ παγιδεύεται ἀπὸ τὸν ἐχθρόν, ὅταν τελῇ τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες καὶ τὰ ἁγιώτατα μυστήρια, ἀλλὰ νὰ φλέγεται πάντοτε ἀπὸ ἀγάπην ἁγνὴν πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τοὺς πλησίον...

* Τί σὲ ἐμποδίζει ἀπὸ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ; Ἡ σὰρξ καὶ ὁ κόσμος! δηλαδή, ἡ εὐχάριστος τροφὴ καὶ τὸ ποτόν, τὰ ὁποῖα κάμνουν τὴν καρδίαν ὀκνηρὰν καὶ παχυλήν - καὶ ἡ ἐπιθυμία κομψοῦ ἐνδύματος καὶ καλλωπισμῶν ἢ διακρίσεων καὶ ἀμοιβῶν· ἂν τὸ ἔνδυμα καὶ ὁ ἄλλος στολισμὸς εἶναι καμωμένα ἀπὸ πολὺ ὡραῖα, χρωματιστὰ καὶ μεταξοΰφαντα ὑφάσματα, φροντίζομεν καὶ μεριμνῶμεν ὅπως μὴ τὰ λερώσωμεν καὶ τὰ σπιλώσωμεν ἢ τὰ σκονίσωμεν καὶ τὰ βρέξωμεν, ἐνῷ ἡ μέριμνα καὶ ἡ φροντὶς πῶς νὰ εὐαρεστήσωμεν εἰς τὸν Θεὸν μὲ τὰς σκέψεις, τοὺς λόγους καὶ τὰ ἔργα ἐξαφανίζονται; ἡ δὲ καρδία τότε ζῇ διὰ τὰ ἐνδύματα καὶ τοὺς καλλωπισμοὺς καὶ καθ᾿ ὁλοκληρίαν καταπιέζεται ἀπὸ αὐτὰ καὶ παύει νὰ μεριμνᾷ περὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἑνώσεώς της μετ᾿ Αὐτοῦ... Ἀγωνίζου ἐναντίον κάθε κοσμικοῦ δελεάσματος... καὶ φρόντιζε μὲ ὅλην τὴν δύναμιν διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς σου καὶ τῶν ψυχῶν τῶν ἄλλων...

* Κατὰ τὴν ὑπούργησιν τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας αἰσθάνεται κανεὶς τὴν οἰκτροτάτην ἁμαρτωλότητα τοῦ ἀνθρώπου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ ὅλην τὴν ἀθλιότητα, τὴν ἀμάθειαν καὶ τὸ ἐφάμαρτον τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως.

Ἡ Ἐξομολόγησις εἶναι σταυρός, ἀληθῶς σταυρός! Τόσον ὁ πνευματικὸς βλέπει καὶ αἰσθάνεται τῶν ἀνθρώπων τὴν βαθεῖαν ἀμάθειαν, τὴν ἄγνοιάν των διὰ τὰς ἀληθείας τῆς θρησκείας καὶ τὰς ἁμαρτίας των, τὴν λιθίνην των ἀναισθησίαν, ὥστε ὀφείλει νὰ προσεύχεται δι᾿ αὐτοὺς μὲ θέρμην μεγίστην καὶ νὰ τοὺς διδάσκῃ ἡμέραν καὶ νύκτα, εὐκαίρως καὶ ἀκαίρως. Ὤ, ὁποία ἄγνοια! Μερικοὶ δὲν γνωρίζουν καὶ Αὐτὴν ἀκόμη τὴν Παναγίαν Τριάδα· δὲν γνωρίζουν ποῖος εἶναι ὁ Χριστός· δὲν γνωρίζουν διατί ζοῦν ἐπὶ τῆς γῆς. Καὶ ὁποῖον πλῆθος ἁμαρτιῶν! Καὶ ὅμως ζητοῦμεν πλουτισμόν, ἀνάπαυσιν· δὲν ἀγαπῶμεν τὴν ἐργασίαν, ἐξερεθιζόμεθα ὅταν ὑπάρχῃ ἐργασία περισσοτέρα τοῦ συνήθους! Ζητοῦμεν εὐρυχώρους κατοικίας, πλουσίαν ἐνδυμασίαν! Ἂς μὴ ἀγαπῶμεν τὴν ἀνάπαυσιν τῆς γῆς, ἂς μὴ γινώμεθα ῥάθυμοι, ἂς μὴ γινώμεθα ἀμελεῖς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν πνευματικῶν μας καθηκόντων καὶ ἂς μὴ στεροῦμεν τοὺς ἑαυτούς μας τῶν ἐπουρανίων εὐλογιῶν καὶ τῆς ἐκεῖσε ἀναπαύσεως, διότι ἀφοῦ ἐδοκιμάσαμεν ὑπερβαλλόντως τὴν ἀνάπαυσιν τοῦ κόσμου ἐδῶ, ὁποίαν ἀνάπαυσιν ἠμποροῦμεν νὰ περιμένωμεν ἐκεῖ;

Τότε μόνον θὰ ἐκτελέσῃς ἀξίως τὸ μυστήριον τῆς μετανοίας ὅταν ἀγαπᾷς τὴν ψυχὴν καὶ ὄχι τὸ κέρδος, ὅταν εἶσαι ὑπομονητικὸς καὶ ὄχι εὐερέθιστος. Ὤ, πόσον μεγάλη ἀγάπη χρειάζεται διὰ τὰς ψυχὰς τῶν ἄλλων, διὰ νὰ ἐξομολογήσῃ κανεὶς αὐτοὺς ἀξίως, ὑπομονητικῶς, ὄχι ἐσπευσμένως καὶ χωρὶς ἀγανάκτησιν! Ὁ πνευματικὸς ἱερεὺς ὀφείλει νὰ ἐνθυμῆται ὅτι «χαρὰ γίνεται ἐν τῷ οὐρανῷ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι» (Λουκ. 15, 7 καὶ 10). Μὲ πόσον ζῆλον, λοιπόν, ὀφείλει νὰ προσπαθῇ νὰ ἀφυπνίσῃ τὸ συναίσθημα τῆς μετανοίας εἰς τοὺς ἐξομολογουμένους εἰς αὐτόν, οἱ ὁποῖοι ἐνίοτε δὲν γνωρίζουν διὰ ποῖον πρᾶγμα νὰ μετανοήσουν! Ὁ ἱερεύς, ἐπίσης, ὀφείλει νὰ ἐνθυμῆται πῶς ὁ Ἀπόστολος νύκτα καὶ ἡμέραν, μετὰ δακρύων ἐνουθέτει ἕκαστον ἐκ τῶν νεοφωτίστων χριστιανῶν...

ΙΕ. Βιβλιογραφία

  1. Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης, Ἄρθρο στὸ περιοδικὸ Ἐνοριακὸς Παλμὸς Ἱ. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Ὀβρυᾶς, ἔτος 3ο, φ. 36, σελ. 5, 10-12, ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1998.
  2. Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης, τοῦ Ἐπισκόπου Ἀλέξανδρου Σεμενὼφ-Τιὰν-Σάνσκυ, μετάφραση ἀρχιμ. Τιμόθεου, ἔκδοση Ἱ. Μ. Παρακλήτου Ὠρωπὸς Ἀττικῆς 1980.
  3. Σύγχρονες ὀσιακὲς μορφές, Β. Γ. Σκιαδᾶ, Ἀθήνα 1996.
  4. Ἱστοσελίδα http://rel.gr/photo/displayimage.php?album=lastup&cat=-19&pos=2
  5. Ἱστοσελίδα http://photo.rel.gr/thumbnails.php?album=26&page=9&sort=ta
  6. Ἱστοσελίδα http://www.geocities.com/lelefty/johncrostand.htm
  7. Ἰωάννου τῆς Κρονστάνδης, «Ὁ οὐρανὸς στὴ γῆ», Ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου
  8. Ἐξομολόγηση καὶ Θεία Κοινωνία, τοῦ πρωτοπρ. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, περιοδικὸ Ἐπίγνωση, τ. 86, Φθινόπωρο 2003, βλ. http://www.zephyr.gr/STJOHN/epi86.htm
  9. Ἡ ὁσία Ξένη Γκριγκόριεβνα, ἡ διὰ Χριστὸν σαλή, περιοδικὸ «Ὀρθόδοξη Ζωή», Μάρτιος 1981, βλ. http://www.parembasis.gr/2005/05_06_17.htm
  10. Ἁγίου Ἰωάννου Πρωθιερέως τῆς Κρονστάνδης, «Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή», ἐκδ. «Τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας», βλ. http://img.pathfinder.gr//clubs/files/68120/3.html
  11. «Σκέψεις γιὰ τὰ παιδιὰ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία σήμερα», Ἱ. Πατριαρχικὴ καὶ Σταυροπηγιακὴ Μ. Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας, 1994.
  12. Εἰρήνη Κασάπη, προβληματισμοὶ ἐπὶ τῶν προσφάτων ἀνακηρύξεων ἁγίων της Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, περιοδικὸ Σύναξη, Ἁγιότητα & ἁγιοποιήσεις, Ἀπρίλιος-Ἰούνιος 2007, σελ. 34-44.