Αποφθέγματα

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

Ο μισταρκός τ’ Αυξέντη


  Ο μισταρκός τ’ Αυξέντη
                                                                                     
 Του Βασίλη Χαραλάμπους
                                                                  __________

Το Βασιλούϊν της Τζιυρκακούς έμεινεν που μιτσίν πεντάρφανον τζιαι που τότες ,έζιεν με την γιαγιάν του την Φωτούν.  Η φτωσιή η Φωτού, με μάλια είσιεν με ριάλλια.  Τωρά που εγέρασεν εν τα κατάφερνεν με να ξενοδουλεύκει.  Τζιαι τωρά που μιάλωσεν κάπως τζιαι το Βασιλούϊν, επήεν μισταρκός στον Αυξέντην που ήταν μακρινός συγγενής του. 

Ο Αυξέντης ήτουν καλός άδρωπος τζιαι μαλαχτός, μα η γεναίκα του η Αντριανού ήτουν περίτου τζιαι που μητρυιάν, για το φτωχόν το Βασιλούϊν.  Η Αντριανού είσιεν τόσον αρρωστημένην αγάπην για τα παιθκιά της, τον Γιαννήν, τον Στασήν, την Μαρουλλούν που έκαμνεν σε  να διερωτάσαι.  Τωρά εν τα μωρά της π’αγαπά, όξα τον εαυτόν της περίτου.  Τζ’ όταν πρόπερσι ήρτεν ο αρφός της ο Ηλίας που την Αμερικήν τζι’ έφερεν μαζί του μιαν αρπαχτικήν τζι’ έφκαλεν τους τζιαι φωτογραφίες, έφκαλεν τζιαι μιαν το Βασιλούϊν όπως εδούλευκεν ποτζιεί στα κτηνά.  Ούλλες έβαλεν τες ποτζιεί τζιαι ποδά, μα τζιείνην με  το Βασιλούϊν έχωσεν την που κάτω στο κρεββάτιν της.  Μάταια ο Αυξέντης  επέμενεν να την βάλουν τζιαι τζιείνην, να δώκουν λλίην χαράν στο ορφανόν, μα που η Ανδριανού έτσι πράμαν.  Ήτουν ψιλά γράμματα για λλόου της. 

Τα γυιούθκια της τζι’Μαρουλλού της ήταν ούλλος ο κόσμος.  Έναν κουτσιίν αγάπην αρκοντιτζιήν τούτες τες ημέρες των γιορτών, έν έμεινεν τζιαι για τούτον τ’αρφανόν.  Λλίην όϊ πολλά πράματα.  Μα ούτε τούτον το λλίον τζι’ας ήταν Πρωτοχρονιά σήμερα.  Έτσι ανήμερα της Πρωτοχρονιάς, ενώ το Βασιλούϊν, μιαν τζιαι ήταν γιορτάρης, έθελεν να ήταν με την γιαγιάν του.  Μα πριχού να φκάλει κουβένταν η Αντριανού έκοψεν του το που μέρες.

-          Άκου να σου πω Βασίλη, Πρωτοχρονιάν μεν μου σαστείς να πάεις στην γιαγιάν σου γιατί εν νάρτει η ανηψιά μου η Φροσού που την χώραν τζιαι θέλω σε δαμαί να τανάς.
-          Μα θκειά Αντριανού, είμαι τζιαι γιορτάρης, εξάλλου έσιεις την Μαρουλλούν τζιαι…
Εγύρισεν τζι’είδεν τον μόνον η Αντριανού ή μάλλον αγριοείδεν τον τζι’έμεινεν ως τζιαμαί.
-          Καλά έν να μείνω θκειά Αντριανού.

Ως τζιαι την νύχταν της παραμονής, που βάλαν πάνω στο τραπέζιν το τσεστούϊν με το σιτάριν, την  πίτταν Άη Βασίλη με τον ζυμαρένον σταυρόν, με το ποτήριν το κρασίν δίπλα τζιαι τα τσεντούθκια τα όφκερα, όπως ήτουν το έθιμον του χωρκού, επήεν τζιαι το Βαιλούϊν.  Πουντζίν ο καημένος έν είσιεν τζι΄έβαλεν το μαντηλούϊν του διπλωμένον δίπλα που τα τσεντούθκια των παιθκιών της Αντριανούς.  Είντα τά’θελεν.  Επήρεν του τον καμόν η Αντριανού.

-          Έν εν πράμαν το μαντηλούϊν Βασίλη.  Εν τσεντούθκια που βάλλουν.
-          Μα θκειά Αντριανού εν έχω έτσι πράμαν. 

Χωρίς να μιλήσει εσυνέχισεν την δουλειάν ώσπου τζι’εφυεν η Αντριανού που τζιαμαί τζι’έβαλεν το μαντηλούϊν του που κάτω που το τραπέζιν.  Που τες αφκάες της Πρωτοχρονιάς εμάσιετουν ο καημένος τζι’ετάναν της Αντριανούς ως το μεσομέριν. Με εκκλησιάν τον άηκεν να πάει, με τίποτε.
«Έλα Βασίλη καθάρισε τες πατάτες να κάμουμεν τον καουρμάν»
«Βάλε το ρίφιν να το τηανίσεις»
«Όϊ πολλά.  Ο νους σου που ένι»
«Τες πατάτες τωρά»
«Την πάσταν»
«Έγλεπε να καστηθούν να πάω να φέρω το τζιαινούρκον το τραπεζομάντηλον»
Ούλλην την ώραν επέλλανεν τον που το μουρμουρκόν.

-          Α  τζιαι τζιείνον που σε θέλω στο τραπέζιν μεν κοντοσυναχτείς γιατί το φαίν εν λλίον.  Τα Χριστούγεννα έφαες κρέας, τα Φώτα πιόν.  Το κρέας του καουρμά εν λλίον.  Αν μείνει στο τέλος να φάεις.  Προς το παρόν θα φάεις πατάτες πό’βαλα περίτου τζιαι για σένα.
-          Καλόν θκειά Αντριανού.
-          Μανά, επολοήθην η Μαρουλλού, να του δώκω που το δικόν μου.
-          Με τον Βασίλην εξηγηθήκαμεν. Τούτα έν κανονίσματα δικά μας.

Να μεν τα πολλολοούμεν, ευτυχώς που εν ήρτεν η Φροσού τζι’ έμεινεν φαΐν τζιαι για το Βασιλούϊν.  Να πούμεν ότι το εχάρηκεν; Τούτον έ τζι’εν σίουρον, γιατί τζιείν το δείν της τ’άρκον, έν τζι’έφυεν που πάνω που το Βασιλούϊν.  Λαλείς τζιαι το Βασιλούϊν ήτουν η αιτία που εν ήρτεν η Φροσού.

Τα χρόνια επεράσασιν, εγέρασεν τζι’η Αντριανού, τα παιθκιά της εξενοπαντρευτήκασιν σ’άλλα χωρκά τζι’η Αντριανού έμεινεν μόνη κατάμονη.  Ο μόνος πό’ρκετουν τζι’έφερνεν της τζιαι λλίον φαΐν ήτουν το Βασιλούϊν, για τούτον μέσ’την κρεβατοκάμαρην της έβαλεν την φωτογραφίαν του που ήτουν μιτσής.  Ευγνωμοσύνη στο Βασιλούϊν, μα τζιαι συγγνώμη σε τούτον το παιδίν που της εστάθηκεν περίτου τζιαι που γυιός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου