Αποφθέγματα

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2009


Μὲ λιμάνι μοιάζει ὁ ναός

«Μὲ λιμάνια μέσα στὸ πέλαγος μοιάζουν οἱ ναοί, ποὺ ὁ Θεὸς ἐγκατέστησε στὶς πόλεις· πνευματικὰ λιμάνια, ὅπου βρίσκουμε ἀπερίγραπτη ψυχικὴ ἠρεμία, ὅσοι σ᾿ αὐτὰ καταφεύγουμε, ζαλισμένοι ἀπὸ τὴν κοσμικὴ τύρβη. Κι ὅπως ἀκριβῶς ἕνα ἀπάνεμο κι ἀκύμαντο λιμάνι προσφέρει ἀσφάλεια στὰ ἀραγμένα πλοῖα, ἔτσι καὶ ὁ ναὸς σῴζει ἀπὸ τὴν τρικυμία τῶν βιοτικῶν μεριμνῶν ὅσους σ᾿ αὐτὸν προστρέχουν καὶ ἀξιώνει τοὺς πιστοὺς νὰ στέκονται μὲ ἀσφάλεια καὶ ν᾿ ἀκοῦνε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ μὲ γαλήνη πολλή.

Ὁ ναὸς εἶναι θεμέλιο τῆς ἀρετῆς καὶ σχολεῖο τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Πάτησε στὰ πρόθυρά του μόνο, ὁποιαδήποτε ὥρα, κι ἀμέσως θὰ ξεχάσεις τὶς καθημερινὲς φροντίδες. Πέρασε μέσα, καὶ μία αὔρα πνευματικὴ θὰ περικυκλώσει τὴν ψυχή σου. Αὐτὴ ἡ ἡσυχία προξενεῖ δέος καὶ διδάσκει τὴ χριστιανικὴ ζωὴ· ἀνορθώνει τὸ φρόνημα καὶ δὲν σὲ ἀφήνει νὰ θυμᾶσαι τὰ παρόντα· σὲ μεταφέρει ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό. Κι ἂν τόσο μεγάλο εἶναι τὸ κέρδος, ὅταν δὲν γίνεται λατρευτικὴ σύναξη, σκέψου, ὅταν τελεῖται ἡ Λειτουργία καὶ οἱ προφῆτες διδάσκουν, οἱ ἀπόστολοι κηρύσσουν τὸ Εὐαγγέλιο, ὁ Χριστὸς βρίσκεται ἀνάμεσα στοὺς πιστούς, ὁ Θεὸς Πατέρας δέχεται τὴν τελούμενη θυσία, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα χορηγεῖ τὴ δική Του ἀγαλλίαση, τότε λοιπόν, μὲ πόση ὠφέλεια πλημμυρισμένοι δὲν φεύγουν ἀπὸ τὸ ναὸ οἱ ἐκκλησιαζόμενοι;

Στὴν ἐκκλησία συντηρεῖται ἡ χαρὰ ὅσων χαίρονται· στὴν ἐκκλησία βρίσκεται ἡ εὐθυμία τῶν πικραμένων, ἡ εὐφροσύνη τῶν λυπημένων, ἡ ἀναψυχὴ τῶν βασανισμένων, ἡ ἀνάπαυση τῶν κουρασμένων. Γιατί ὁ Χριστὸς λέει: «Ἐλᾶτε σ᾿ ἐμένα ὅλοι ὅσοι εἶστε κουρασμένοι καὶ φορτωμένοι μὲ προβλήματα, κι ἐγὼ θὰ σᾶς ἀναπαύσω» (Ματθ. 11:28). Τί πιὸ ποθητὸ ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ φωνή; Τί πιὸ γλυκὸ ἀπὸ τούτη τὴν πρόσκληση; Σὲ συμπόσιο σὲ καλεῖ ὁ Κύριος, ὅταν σὲ προσκαλεῖ στὴν ἐκκλησία· σὲ ἀνάπαυση ἀπὸ τοὺς κόπους σὲ παρακινεὶ· σὲ ἀνακούφιση ἀπὸ τὶς ὀδύνες σὲ μεταφέρει. Γιατὶ σὲ ξαλαφρώνει ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτημάτων. Μὲ τὴν πνευματικὴ ἀπόλαυση θεραπεύει τὴ στενοχώρια καὶ μὲ τὴ χαρὰ τὴ λύπη».

Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2009

Κυριακὴ Β΄ Ματθαίου


«...οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ».

(Ματθ. δ΄ 20)

«... οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ».

(Ματθ. δ΄ 22)

Ἡ συνάντηση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ στὴν ἀκροθαλασσιὰ τῆς ζωῆς, ὅπως τῶν μαθητῶν στὴν ἀκροθαλασσιὰ τῆς Γαλιλαίας, μπορεῖ νὰ ἀποβεῖ ἐξαιρετικὰ αἰφνιδιαστική, ἀπρόσμενα ἀπαιτητική καὶ πιθανώτατα ἐπώδυνη.

Ὁ Χριστὸς μπορεῖ νὰ σὲ καλέσει νὰ Τὸν ἀκολουθήσεις ὅπου καὶ ὅταν ἐσὺ δὲν τὸ περιμένεις, ἀνάμεσα στὰ ἁπλά, τὰ καθημερινὰ καὶ τὰ συνηθισμένα. Ἐσὺ πάντοτε θὰ φανταζόσουν ἐντυπωσιακὰ τὰ σκηνικά, μὲ ἐφφὲ πληθωρικά, γιὰ τὶς μεγάλες κλήσεις καὶ τὶς σπουδαῖες ἀποφάσεις σου. Ἐνῷ ὁ Ἰησοῦς, λὲς καὶ ἐπίτηδες, διαλέγει τὰ πιὸ πεζὰ καὶ ἀταίριαστα, γιὰ παράδειγμα τὴν ὥρα ποὺ ἀτιμέλητος ρίχνεις τὰ δίχτυα σου στὴ θάλασσα ἢ μπερδεμένος καὶ συγχυσμένος προσπαθεῖς νὰ τὰ ξεμπερδέψεις στὴν ἀκροθαλασσιά.

Ἐπιπλέον, ὁ Χριστὸς καλεῖ πάντοτε ἁπλά, λιτά, ἐυγενικά καὶ διακριτικά. Τόσο ποὺ μπορεῖ κανεὶς, ἄνετα καὶ χωρὶς παρεξήγηση, νὰ Τὸν περιφρονήσει, νὰ μὴ Τοῦ δώσει ἀπολύτως καμιὰ σημασία. Νὰ μὴ σηκώσει καθόλου τὸ κεφάλι ἀπὸ τὰ δίκτυα του καὶ τὰ παραγάδια του, δηλαδὴ τοὺς λογισμοὺς του, τοὺς συλλογισμούς του καὶ τοὺς ἀκριβεῖς ὑπολογισμούς του.

Τὸ νὰ ἀκολουθήσεις πάντως τὸν Ἰησοῦ σημαίνει ὁπωσδήποτε ὅτι πρέπει κάτι νὰ ἀφήσεις, ἢ τὰ δίκτυα σου, ἢ τὰ πλοῖα σου καὶ τὸν πατέρα σου, δηλαδὴ τὰ σχέδιά σου, τὰ κτήματά σου, τὶς κτήσεις σου καὶ τὶς προσκολήσεις σου . Αὐτὴ ἡ ἐγκατάλειψη εἶναι μιὰ θυσία, τὴν ὀδύνη τῆς ὁποίας δύσκολα κανεῖς μπορεῖ νὰ προσμετρήσει, μὲ δεδομένο μάλιστα ὅτι πρέπει νὰ ἀποφασισθεῖ καὶ νὰ πραγματοποιηθεῖ «εὐθέως», χωρὶς καμιὰ ἀναβολή, στὴ στιγμή.

Οἱ στιγμὲς αὐτὲς, οἱ κρίσιμες καὶ ἀποφασιστικές, προϋποθέτουν ἐτοιμότητα, ἐγρήγορση, κατάσταση προσευχῆς καὶ νήψη ἐσωτερικὴ προκειμένου νὰ εἰπωθεῖ τὸ ναὶ καὶ τὸ Ἀμήν στὴ μεγάλη κλήση τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, οὗ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2009


Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάντων

14 Ἰουνίου 2009

Σκόρπιες σκέψεις

συνηγμένες καὶ προχείρως τακτοποιημένες

ὑπὸ προσμοναρίου τοῦ ἀναξίου

Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάντων σήμερα, κατὰ τὴν ὁποία ἑορτάζουμε πανηγυρικὰ ὅλους τοὺς ἁγίους, τοὺς γνωστοὺς καὶ τοὺς ἀγνώστους, τοὺς τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης, τοὺς ἀρχαίους, τοὺς παλαιούς, τοὺς νεωτέρους καὶ τοὺς ἐπερχομένους, τοὺς ἀπ’ ἀρχῆς καὶ μέχρι τῶν ἐσχάτων, τοὺς ἐγγὺς καὶ τοὺς μακράν, τοὺς ὅπου γῆς καὶ παντὶ τρόπῳ ἐπιτελέσαντας τὴν ἁγιωσύνην[1].

Ἑορτάζουμε τοὺς Ἁγίους πάντας, σήμερα, τὴν πρώτη Κυριακὴ μετὰ τὴν Πεντηκοστή, καταδεικνύοντες τοὺς ἀγλαοὺς καρποὺς αὐτῆς. Πλουσία γὰρ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἡ καρποφορία.

Ἑορτάζουμε τοὺς Ἁγίους πάντας, ὅλους τοὺς ἁγίους, τοὺς γνωστοὺς καὶ τοὺς ἀγνώστους, καὶ ἰδιαιτέρως αὐτούς, τοὺς ἀγνώστους σ’ ἐμᾶς, μὰ στὸ Θεὸ τόσο γνωστούς. Ὅλοι μας γνωρίζουμε φερειπεῖν τὸν Ἅγιο Αντώνιο τὸν μεγάλο ἀσκητή. Λιγότεροι ὅτι κάποτε διερωτήθηκε ἂν ὑπάρχει στὰ μέτρα τῆς ἁγιότητος ἄραγε ἄλλος σὰν καὶ αὐτόν. Γιὰ νὰ τὸν στείλει τελικὰ ὁ Θεὸς νὰ μαθητεύσει σὲ κάποιον τσαγγάρη, ἀνυποψίαστο καὶ ἁπλό, στὴν πολύβουη Ἀλεξάνδρεια, τὴν πόλη τὴν μεγάλη[2]. Τὸν Ἅγιο Ἀντώνιο τὸν γνωρίζουμε καὶ τὸν τιμοῦμε στὶς 17 Ἰανουαρίου, τοῦ τσαγγάρη τὸ ὄνομα ἀγνοοῦμε καὶ τὸν τιμοῦμε σήμερα Κυριακὴ τῶν Ἁγίων πάντων, τῶν ἐπωνύμων καὶ ἀνωνύμων, τῶν εὐσήμων καὶ τῶν ἀσήμων.

Σήμερα ἑορτάζουμε τοὺς Ἁγίους πάντας καὶ μεταξὺ αὐτῶν ὅλους ὅσους παρέμειναν συκοφαντημένοι καὶ μὴ δικαιωμένοι στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων. Ὅσους ἔμειναν γιὰ πάντα μὲ τὶς μαρτυρικὲς πληγὲς τῆς καρτερίας στὴ συκοφαντία καὶ τὴν ἀδικία, ὅσους ἐβάστασαν μὲ εὐχαριστία τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἄλλων καὶ τοὺς ἄλλους, καὶ «ὄμορφα τοὺς σήκωσαν στὶς φρικτὲς -ἀπ’ τὴν ὀδύνη- πλάτες, σὰν νά ΄ταν ἐπιβάτες»[3] εὐχόμενοι ὑπὲρ αὐτῶν ἐκτενῶς, ἀναπληροῦντες οὕτω πως τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ[4].

Σήμερα ἑορτάζουμε ὅλες τὶς πόρνες καὶ τοὺς πόρνους ποὺ μετενόησαν πύρινα καὶ φλογερά, ὅπως τὴν ὁσία Μαρία τὴν Αἰγυπτία ἀλλὰ χωρὶς ἀββὰ Ζωσιμᾶ, νὰ μᾶς ἀποκαλύψει τὰ θαυμαστὰ τῶν δακρύων τῆς μετανοίας κατορθώματα. Σήμερα πιθανώτατα γιορτάζουμε καὶ τὴ Σόνια τοῦ Ντοστογιέφσκυ καὶ τὸν πατέρα της, τὸν τραγικὸ καὶ χάρις στὸ Φιοντὸρ καὶ σὲ μᾶς ὅπως στὸ Θεὸ συμπαθέστατο[5].

Σήμερα ἑορτάζουμε τοὺς Ἁγίους πάντας, καὶ μεταξὺ αὐτῶν ὅλους τοὺς ἐμφανέστατα στὰ μάτια τῶν πολλῶν σαλοὺς καὶ μωρούς, τοὺς ἀφανῶς διὰ Χριστὸν καὶ ἐν Χριστῷ, τοὺς -ἐμφανέστατα μόνο στὰ μάτια τῶν παιδιῶν, τῶν ὁλίγων ἐκλεκτῶν ὁμοιοπαθῶν καὶ ὅλων τῶν πολιτῶν τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν- σοφούς, τοὺς ἐμπαίζοντας ἐμπαίζοντας τὸν ματαιον αἰῶνα τὸν ἀπατεῶνα, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον.

Ἑορτάζουμε βέβαια σήμερα μεταξὺ τῶν Ἁγίων πάντων, καὶ ἑκτὸς τῶν ἐμπαιζόντων ἐμπαιζόντων καὶ τοὺς φεύγοντας φεύγοντας τὸν προειρημένον μάταιον καὶ ἀπατεώνα κόσμον ἢ αἰῶνα. Τοὺς φεύγοντας φεύγοντας λάθρα, οὕσπερ «ἐκτὸς ἀπὸ τὴ μάνα τους κανεὶς δὲν τοὺς θυμᾶται»[6], οἵπερ ἀσκήτευσαν πιθανώτατα σὲ κάποια βαθειὰ σπηλιά, σιγουρώτατα δὲ στὴ βαθεία ταπείνωση τῆς ἀφανείας, ἔνθα καὶ ἄφησαν, στὰ κατώτατα σπλάχνα τῆς γῆς, τὰ εὐωδιάζοντα καὶ ἀτίμητα ἄχρι τοῦ νῦν ἱερά τους λειψανα, ἀπρόσμενη ἔκπληξη γιὰ τοὺς ἐπίδοξους σπηλαιολόγους ἐξερευνητές, ποὺ θὰ τολμήσουν νὰ καταδυθοῦν στὸν ·ᾍδη καὶ νὰ κρατήσουν τὸν νοῦ τους ἐκεῖ, χωρὶς νὰ ἀπελπισθοῦν, ἀλλὰ νὰ πιοῦν ἀκριβῶς ἐκεῖ, στὰ ἐπικρεμάμενα τῆς ἀβύσσου μπαλκόνια, ἑνα φλιτζάνι τσάϊ θείας παρακλήσεως[7], εἰς ὑγείαν καὶ ἀνάπαυσιν τοῦ «παναδάμ», τοῦ κοπιῶντος καὶ πεφορτισμένου[8], καὶ τοῦ συστενάζοντος σύμπαντος κόσμου[9].

Ἑορτάζουμε ὅμως σήμερα μεταξὺ τῶν Ἁγίων πάντων, καὶ τοὺς ἄλλους, ὄχι τοὺς φεύγοντας φεύγοντας, ἀλλὰ ἐν τῷ κόσμῳ παραμένοντας καὶ ἐμμένοντας ἐμμένοντας εὐχαριστιακὰ στὴν ὑπομονὴ τῶν θλίψεων, τῶν ἀσθενειῶν, τῶν τοῦ βίου δεινῶν ἢ τερπνῶν καὶ στὴν ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν. Αὐτοὺς τοὺς τόσο ἀδικημένους στὶς συνειδήσεις τῶν εὐσεβεστάτων χριστιανῶν, ποὺ διάλεξαν τὴν μετριωτάτη ὁδό, τῶν καθημερινῶν, τῶν συνήθων καὶ ὄχι τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων τοὺ βίου. Ὅλους ἐκείνους ποὺ γνωρίζουν νὰ λένε ἀπὸ καρδιὰς τὸ «δόξα τῷ Θεῷ», ποὺ χαίρονται τὸ ἀντίκρυσμα τοῦ πρωινοῦ φωτός, ποὺ εὐγνωμόνως πίνουν τὸ δροσερὸ νερό, ποὺ χαμογελοῦν καὶ λησμονοῦν μεγαλόκαρδα, ἄνετα καὶ φυσικά, τὰ ὀφειλόμενα δηνάρια τῶν ἀδελφῶν καὶ συνδούλων[10].

Κυριακὴ τῶν Ἁγίων πάντων, καὶ ἑορτάζουμε ὅλους τοὺς ἀναριθμήτους ἁγίους, ποὺ κουβαλοῦσαν στὸ στέρνο τους, εὐγένικὰ, στοργικὰ καὶ μετὰ δέους, τὸν Ἅγιον τὸν Ἕνα καὶ μοναδικό, τοῦ ὁποίου καὶ καθρεπτίζουν τὸ ἄκτιστον φῶς.

Ὄντως γὰρ ὄντως «εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός». Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας.

Ἀμήν. Ἀμήν. Ἀμήν. Γένοιτο καὶ ἀληθῶς.

π.’Η. Κ.


[1] Β΄ Κορ., 7, 1.

[2]

[3] Νιόνιος

[4] Γαλάτας 6, 2.

[5]

[6]

[7]

[8]

[9]

Κυριακή, 7 Ιουνίου 2009


Βασιλεὺ οὐράνιε,
τὸ Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας,
ὁ πανταχοῦ παρὼν
καὶ τὰ πάντα πληρῶν,
ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν
καὶ ζωῆς χορηγός,
ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν
καὶ καθάρισον ἡμᾶς ἀπὸ πάσης κηλίδος
καὶ σῶσον, Ἀγαθέ, τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
«Διψᾶ ἡ ψυχή μου τὸν Κύριο καὶ μὲ δάκρυα Τὸν ζητῶ. Πῶς νὰ μὴ Σὲ ζητῶ; Σὺ μὲ ζήτησες πρῶτος καὶ μοῦ ἔδωσες νὰ γευθῶ τὴν γλυκύτητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ ἡ ψυχή μου Σὲ ἀγάπησε ἕως τέλους.

Βλέπεις, Κύριε, τὴ λύπη καὶ τὰ δάκρυά μου... Ἂν δὲν μὲ προσείλκυες μὲ τὴν ἀγάπη Σου, δὲν θὰ Σὲ ζητοῦσα ὅπως Σὲ ζητῶ. Ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα Σου τὸ Ἅγιο μοῦ ἔδωσε τὸ χάρισμα νὰ Σὲ γνωρίσω καὶ χαίρεται ἡ ψυχή μου, γιατὶ Σὺ εἶσαι ὁ Θεός μου καὶ ὁ Κύριός μου καὶ Σὲ διψῶ μέχρι δακρύων.

Τὸν πρῶτο χρόνο τῆς ζωῆς μου στὸ Μοναστήρι, γνώρισε ἡ ψυχή μου τὸν Κύριο μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Πολὺ μᾶς ἀγαπᾶ ὁ Κύριος· αὐτὸ τὸ ἔμαθα ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ μοῦ ἔδωσε ὁ Κύριος κατὰ τὸ μέγα Του ἔλεος.

Ἐγήρασα καὶ ἑτοιμάζομαι γιὰ τὸ θάνατο, καὶ γράφω τὴν ἀλήθεια γιὰ χάρη τοῦ λαοῦ. Τὸ Πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μοῦ ἔδωσε ὁ Κύριος, θέλει νὰ σωθοῦν ὅλοι, νὰ γνωρίσουν ὅλοι τὸν Θεό. Ὁ Κύριος ἔδωσε στὸν λῃστὴ τὸν παράδεισο· ἔτσι θὰ δώσει τὸν παράδεισο καὶ σὲ κάθε ἁμαρτωλό.

Ἐγὼ ἤμουν χειρότερος καὶ ἀπὸ ἕνα βρωμερὸ σκύλο, ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν μου· σὰν ἄρχισα ὅμως νὰ ζητῶ συγχώρεση ἀπὸ τὸν Θεό, Αὐτὸς μοῦ ἔδωσε ὄχι μόνο τὴ συγχώρεση, ἀλλὰ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, καὶ ἔτσι μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα γνώρισα τὸν Θεό.


Βλέπεις ἀγάπη ποὺ ἔχει ὁ Θεὸς γιὰ μᾶς; Ποιός, στ᾿ ἀλήθεια, θὰ μποροῦσε νὰ περιγράψει αὐτὴ τὴν εὐσπλαγχνία; Ἀδελφοί μου, πέφτω στὰ γόνατα καὶ σᾶς παρακαλῶ. Πιστεύετε στὸ Θεό, πιστεύετε ὅτι ὑπάρχει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ μαρτυρεῖ γιὰ τὸν Θεὸ σὲ ὅλους τοὺς ναούς μας καὶ στὴν ψυχή μου.

Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἀγάπη. Καὶ ἡ ἀγάπη αὐτὴ πλημμυρίζει ὅλες τὶς ψυχὲς τῶν οὐρανοπολιτῶν ἁγίων. Καὶ τὸ ἴδιο Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι στὴ γῆ, στὶς ψυχὲς ὅσων ἀγαποῦν τὸν Θεό.

Ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ ὅλοι οἱ οὐρανοὶ βλέπουν τὴ γῆ, ἀκοῦν τὶς προσευχές μας καὶ τὶς προσφέρουν στὸν Θεό».

Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2009

«Κατενώπιον Θεοῦ»




Ἐπειδὴ καὶ ἡ σκιὰ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων ἐνεργοῦσε ὡς σημεῖο συνάντησης τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν πανσθενουργό Χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ[1], δὲν θὰ ἦταν καθόλου ὑπερβολὴ νὰ ἰσχυρισθοῦμε ὅτι καὶ τὰ λόγια τῶν Ἀποστόλων καὶ ὅλων τῶν θεοφόρων ἀνδρῶν καὶ θεοπτῶν, μποροῦν νὰ ἐνεργήσουν μὲ ἀντίστοιχο τρόπο. Ὄχι διότι οἱ λέξεις (ὅπως καὶ οὔτε οἱ σκιές) ἔχουν ἀπὸ τὴ φύση τους ἰδιότητες μαγικὲς -ἄπαγε τῆς παγανιστικῆς πλάνης, ἀδελφέ!- ἀλλὰ διότι σὰν ὄχημα μᾶς μεταφέρουν ἕνα ἁγιασμένο βίωμα ἀποτυπωμένο σὲ ἁγιασμένο νόημα, ποὺ μπορεῖ νὰ ἀγγίξει τὸν νοῦ, νὰ φθάσει στὴ βαθεία καρδία καὶ νὰ τῆς μεταδώσει τὴν αἴσθηση τῆς Χάριτος.
Μὲ ἄλλα λόγια, τὸ ἁγιασμένο βίωμα γίνεται ἁγιασμένο νόημα καὶ ἐπιβαίνοντας στὸ κατάλληλο λεκτικὸ ὄχημα φθανει στὸ νοῦ καὶ στὴν καρδιά, ὅπου θὰ ἀποβιβασθεῖ, γιὰ νὰ βιωθεῖ ξανά, κατ’ ἀναλογίαν τῆς προσωπικῆς ἑκάστου προαιρέσεως καὶ φιλοπονίας.

Γιὰ τοῦτο λοιπὸν καὶ ἡ τόση ἐπιμονὴ τῶν ἐπιτελούντων ἁγιοσύνην στὴ συνεχὴ μελέτη καὶ ἀκρόαση τῶν θείων καὶ ἱερῶν λογίων!

Γιὰ τοῦτο ἐπίσης καὶ τὸ φαινόμενο τῆς ἐπανάλειψης καθιερωμένων φράσεων στὰ κείμενα τῶν ἱερῶν συγγραφέων γιὰ τὴν περιγραφὴ τῶν κοινῶν βιωμάτων!

Στὶς σκέψεις αὐτές μὲ ὁδήγησαν προχθές οἱ περίεργοι καὶ περιπολεύοντες συνειρμοί μου. Ὅλα ξεκίνησαν ἀπο μιὰ «φράση-κλειδί», χαρακτηριστικὰ ἁγιογραφική, ποὺ ἐπιπολάζει στὰ ἁγιοπατερικά, ἐξόχως στὰ νηπτικά, συγγράματα περί προσευχῆς[2] και κυριαρχεῖ περίβλεπτα στὰ κείμενα της θείας λατρείας[3].

«Κατενώπιον Θεοῦ». «Ἐνώπιον Θεοῦ». «Κατενώπιον τῆς ἁγίας δόξης Αὐτοῦ». «Κατενώπιον τῆς δόξης τοῦ ἁγίου θυσιαστήρίου Αὐτοῦ».

Ἐκφράσεις ἐκφραστικὲς τῆς προσωπικῆς συνάντησης τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ Θεοῦ. Μεταδοτικὲς τῆς αἴσθησης τῆς παρουσίας, τῆς ἰσχύος καὶ τῆς ὡραιότητος Αὐτοῦ. Πλήρεις δέους καὶ γλυκασμοῦ.

Ἡ προσευχητική προφορά, ἀκρόαση, ἢ ἀνάγνωση τῶν ἱερῶν αὐτῶν λογίων, σὲ συνδυασμό μάλιστα μὲ τὴν προσευχητικὴ στάση τοῦ σώματος πρὸ τοῦ θυσιαστηρίου κατὰ τὸν καιρὸ τῆς θείας λατρείας, μποροῦν νὰ ἀνακαινίσουν καθολικὰ τὴν ἀνθώπινη ὕπαρξη διανοίγοντας τὸν πυρήνα της στὴν ἄκτιστη ἐνέργεια τῆς θείας Χάριτος[4].

Αὐθαίρετη ὑπόθεση ἀλλὰ εὐλαβής: Ἀπὸ τότε ποὺ οἱ Ἑβδομήκοντα, μεταφραστὲς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἐκ τοῦ ἑβραϊκοῦ πρωτοτύπου στὴν κοινὴ ἑλληνική, χρησιμοποίησαν τὴν λέξη «ἐνώπιον», γιὰ νὰ ἀποδώσουν σὲ λεκτικὸ σχῆμα τὴν ἐμπειρία τῆς προσωπικῆς συνάντησης τοῦ «ὄντως ὄντος» Θεοῦ μὲ τὸν θεόπτη Μωϋσῆ[5], κάτι ξεχωριστὸ συμβαίνει μὲ τὴ λέξη αὐτή.

Βεβαίως ἡ ἐτυμολογία της δὲν εἶναι τυχαία. Ἐτυμολογία ἑλληνικὰ ἀριστοτεχνική: παράγεται ἀπὸ τὴν πρόθεση «ἐν» καὶ τὴ λέξη «ὤψ» ποὺ σημαίνει τὰ μάτια, τὴν ὄψη, τὸ πρόσωπο. Ἡ μυστική της θεολογική δύναμη νομίζω εἶναι ἀκριβῶς αὐτή, τὸ ὅτι μπορεῖ νὰ βαστάσει στὴ δομή της τὸ βάρος τῆς ἔννοιας τοῦ «προσώπου»[6], τῆς τόσο θεμελιώδους γιὰ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία, λατρεία καὶ ζωή.

Πάντως καὶ μόνη ἡ συγκλονιστική, ὁλιγόλογη, λιτή περιγραφὴ τῆς θεοπτίας τοῦ Μωϋσῆ θὰ ἀρκοῦσε γιὰ νὰ καθιερωθοῦν οἱ ὡς ἄνω ἐκφράσεις ὡς δηλωτικές τῆς αὐτῆς ἀνὰ τοὺς αἰώνας ἐμπειρίας, Προφητῶν καὶ Δικαίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, Ἀποστόλων καὶ θεοφόρων Πατέρων τῆς Καινῆς καὶ «τῶν ἑπομένων αὐτοῖς»: τῆς πρόσωπο μὲ πρόσωπο («ἐνώπιος ἐνωπίῳ») μετὰ τοῦ Θεοῦ κοινωνίας.

Στὸ Ψαλτήρι, στὸ διαχρονικό αὐτὸ προσευχητάρι καὶ τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἀλφαβητάρι, συλλαβίζουμε τὴν προσευχὴ ὡς «ἔκχυση τῆς δεήσεως ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπαγγελία τῆς θλίψεως ἐνώπιον Αὐτοῦ»[7], καὶ ψελλίζουμε τὸ «προορώμην τὸν Κύριον ἐνώπιον μου διαπαντός, ὅτι ἐκ δεξιῶν μου ἐστίν, ἵνα μὴ σαλευθῶ»[8] ὡς θεμελιώδη ἀρχή τῆς κατὰ Θεόν ζωῆς.

Στὰ ἀποφθέγματα πάλι των Νηπτικῶν καὶ Ἀσκητῶν διδασκόμαστε ὅτι τὸ «ἐνώπιον» στὴν προσευχή εἶναι τὸ «πᾶν», εἶναι ἡ οὐσία τῆς προσευχῆς, ποὺ κάνει προσευχὴ καὶ τὴ σιωπή καὶ τὴν προφέρει ἀδιάλειπτα ἀκόμα καὶ ὅταν ὁ λόγος δὲν μπορεῖ νὰ εἰπωθεῖ ἢ νὰ νοηθεῖ[9]. Ἐπιπλέον τὸ «ρίπτειν ἑαυτὸν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ», σύμφωνα πάντα μὲ τοὺς Νηπτικούς, εἶναι αὐτὸ ποὺ σώζει ἀπὸ τοὺς νοητοὺς ἐχθροὺς καὶ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὴν ὑπαρξιακὴ ἀστοχία καὶ τραγωδία[10].

Κατὰ τρόπο φυσικὸ λοιπόν, κατακλείεται τὸ ἀρθρίδιο τοῦτο τὸ πενιχρό μὲ ψαλμῲδηση στίχων τῆς τοῦ Ζαχαρίου ῳδῆς:

«Εὐλογητὸς Κύριος ὁ Θεός τοῦ Ἰσραήλ» ποὺ μᾶς ἀξιώνει «ἀφόβως ἐκ χειρός τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν ῥυσθέντας , λατρεύειν αὐτῷ ἐν ὁσιότητι καὶ δικαιοσύνῃ ἐνώπιον αὐτοῦ πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς ἡμῶν»[11].
Ἀμήν.

π. Ἠ. Κ.


[1] Πράξ. ε΄, 15
[2] «Εἰ οὖν θέλεις κατάνυξιν, ἄφες τὸ ἄσμα. Καὶ ὅτε ἵστασαι τὰς εὐχάς σου ποιῶν, ἐρευνάτω ὁ νοῦς σου τοῦ στίχου τὴν δύναμιν καὶ λογίζου ὅτι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ παρίστασαι τοῦ ἐτάζοντος καρδίας καὶ νεφρούς» (Ἀββὰς Σιλουανός). «... καὶ οὕτω πίπτει ἐπὶ πρόσωπον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μετὰ φρίκης ἀμυθήτου καὶ προσεύχεται» (ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός).
[3] «Ὁ Θεὸς ὁ ἅγιος... ὁ κατηξιώσας ἡμᾶς τοὺς ταπεινούς καὶ ἀναξίους δούλους σου καὶ ἐν τῇ ὥρα ταύτῃ στῆναι κατενώπιον τῆς δόξης τοῦ ἁγίου σου θυσιαστηρίου» (Εὐχὴ τοῦ τρισαγίου). «Καὶ καταξίωσον ἡμᾶς εὐρεῖν χάριν ἐνώπιόν σου...» (Εὐχὴ τῆς προσκομιδῆς Ιωάννου Χρυσοστόμου). «... ἵνα ἀκατακρίτως στάντες ἐνώπιον τῆς ἁγίας δόξης σου, προσάγωμεν σοι θυσίαν αἰνέσεως» (Εὐχὴ πιστῶν α΄, Μ. Βασιλείου). «Ὁ Θεὸς... ὁ στήσας ἡμᾶς τοὺς ταπεινοὺς καὶ ἁμαρτωλοὺς καὶ ἀναξίους δούλους σου κατενώπιον τῆς ἁγίας δόξης σου λειτουργεῖν τῷ ἁγίῳ σου θυσιαστηρίῳ» (Εὐχὴ πιστῶν β΄, Μ. Βασιλείου).
[4] «Ζῶν γὰρ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ ἐνεργὴς καὶ τομώτερος ὑπὲρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον καὶ διϊκνούμενος ἄχρι μερισμοῦ ψυχῆς τε καὶ πνεύματος, ἁρμῶν τε καὶ μυελῶν, καὶ κριτικὸς ἐνθυμήσεων καὶ ἐννοιῶν καρδίας» (Πρὸς Ἑβραίους, δ΄ 12).
[5]«Καὶ ἐλάλησεν Κύριος πρὸς Μωϋσῆν ἐνώπιος ἐνωπίῳ, ὡς εἴ τις λαλήσει πρὸς τὸν ἑαυτοῦ φίλον...» (Ἔξοδος λγ΄, 11).
[6] Ἄλλωστε καὶ ἡ ἴδια ἡ λέξη πρόσωπο ἐτυμολογεῖται παραπλησίως ἀπὸ τὴν πρόθεση «πρὸς» καὶ τὸ οὐσιαστικὸ «ὤψ».
[7] Ψαλμ. 141, 3.
[8] Ψαλμ. 15, 8.
[9] «Ὅτε δὲ πλέον ἐβαρήθη (εἰς τοιαύτην γὰρ ἀσθένειαν ἦλθεν, ὥστε ἐν σινδόνι βαστάζεσθαι), λέγει αὐτῷ: Πῶς ἡ εὐχή, Δοσίθεε; Τότε λέγει: Συγχώρησον, κῦρι, οὐκ ἔτι ἰσχύω κρατῆσαι αὐτήν. Λέγει αὐτῷ: Οὐκοῦν ἄφες τὴν εὐχήν. Μόνον δὲ μνημόνευε τοῦ Θεοῦ καὶ κατανόει αὐτὸν ὡς ὄντα ἐνώπιόν σου» (Ἀββᾶ Δωροθέου, Περὶ τοῦ Ἀββᾶ Δοσιθέου).
[10] «Ὅστις δὲ γρηγορεῖ περὶ τοῦ μὴ αἰχμαλωτισθῆναι ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας, ἀγαπᾶ τὸ παραρίπτειν ἑαυτὸν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἀεί» (Ἀββᾶς Ἠσαΐας). «Ἀδελφός ἠρώτησε τὸν ἀββᾶν Ἀγάθωνα περὶ τῆς πορνείας. Καὶ λέγει αὐτῷ: Ὕπαγε, ρίψον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τὴν ἀδυναμίαν σου καὶ ἕξεις ἀνάπαυσιν» (Ἀββᾶς Ἀγάθων). «Ἀδελφὸς ἠρώτησε τὸν ἀββᾶν Ποιμένα διὰ τὰς τῶν λογισμῶν ἐπηρείας. Καὶ λέγει αὐτῷ ὁ γέρων: Τοῦτο τὸ πρᾶγμα ἕοικεν ἀνδρὶ ἔχοντι πῦρ ἐξ εὐωνύμων καὶ κρατῆρα ὕδατος ἐκ δεξιῶν. Ἑὰν οὗν ἀφθῆ τὸ πῦρ, λάβῃ ἐκ τοῦ κρατῆρος τὸ ὕδωρ καὶ σβέσῃ αὐτό. Τὸ πῦρ ἐστιν ὁ σπόρος τοῦ ἐχθροῦ, τὸ δὲ ὕδωρ τὸ ρίψαι ἑαυτόν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ» (Ἀββᾶς Ποιμήν).
[11] Λουκ. α΄, 73-75.

«Τὸ μέγα καὶ πλούσιον ἔλεος»



Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ εἶναι μέγα καὶ πλούσιο. Ὁ «περιεστὼς» γύρω ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο λαός πάντοτε αὐτὸ «ἀπεκδέχεται» καὶ ὁ προεστὼς πρεσβύτερος ὑπὲρ αὐτοῦ ἐκτενῶς εὔχεται[1]. Οἱ πλεῖστοι πάλι τῶν ὕμνων καταλήγοντας τὸ προσφωνοῦν εὐχαριστιακά καὶ εὐγνωμόνως. Ἡ θεία λατρεία εἶναι τοῦ θείου ἐλέους, τοῦ μεγάλου καὶ πλουσίου, ἡ προσδοκία καὶ ἐμπειρία.


Ἡ γεύση τοῦ θείου ἐλέους ἡ ἔστω μικρὴ καὶ τρόπον τινὰ δειγματολειπτικὴ εἶναι ἐκείνη ποὺ ξυπνᾶ στὸν ἄνθρωπο τὶς πνευματικὲς αἰσθήσεις, τὶς ἀτονοῦσες ἕνεκα παρατεταμένης ἀκηδείας, πνευματικῆς δηλαδὴ ραθυμίας καὶ ἀμελείας. Ἐξάγει τὴ βαθεία καρδία ἀπὸ τὸ πνευματικὸ κῶμα τῆς λήθης τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν πνευματικὴ ἀφασία διανοίγοντας τὸ πνευματικὸ «ὄμμα» στὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Αὐτοῦ εὐεργεσίας.


Τὸ ξύπνημα αὐτὸ τοῦ ἔσω ἀνθρώπου χάρη στὴ γεύση τοῦ μεγάλου καὶ πλουσίου ἐλέους τοῦ Θεοῦ προμηνύει τὴν παρέλευση τῆς νυκτὸς τῶν παθῶν τῆς ἀγνωσίας καὶ τὸ γλυκοχάραγμα τοῦ πρωινοῦ φωτὸς τῆς ἀνεσπέρου Βασιλείας. Ἔτσι, θὰ μποροῦσε νὰ ἑρμηνευθεῖ μυστικῶς καὶ ἀναγωγικῶς καὶ τὸ ψαλμικὸ λόγιο «ἐνέπλήσθημεν τὸ πρωὶ τοῦ ἐλέους σου Κύριε, καὶ ἠγαλλιασάμεθα...»[2].


Ἡ γεύση τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ χαρίζει πνευματικὴ ἀγαλλίαση καὶ ἡδονὴ πλήρη εἰρήνης καὶ χάριτος, ἡ ὁποία μεταμορφώνει τὸν ἄνθρωπο σὲ «ὑπερόπτη τῶν κάτω καὶ παρεπίδημο», σὲ «ἐραστὴ τὸν ἄνω καὶ οὐρανοπολίτη»[3]. Ἀλλάζει ὁ τρόπος ἀξιολόγησης τῆς ζωῆς, τῶν πραγμάτων καὶ τῶν νοημάτων. Τὰ πρὶν περιζήτητα καὶ ἡδονικὰ τώρα ἀποκαλύπτονται εὐτελῆ καὶ ὀδυνηρά, τὰ πρίν σημαντικὰ τώρα ἀνούσια, καὶ ὄντως «σκύβαλα»[4].


Ἡ ἐκπληξη τοῦ μεγάλου καὶ πλουσίου ἐλέους εἶναι στὴν οὐσία της ἔκπληξη εὐγνωμοσύνης καὶ εὐχαριστίας γιὰ τὴ δωρεὰ τῆς Χάριτος, γιὰ τὸ κεκρυμμένο δῶρο ποὺ ἀνακαλύφθηκε ἢ μᾶλλον ἀποκαλύφθηκε ἀπρόσμενα.


Ὁ γευσάμενος τοῦ μεγάλου καὶ πλουσίου ἐλέους νοιώθει ὅτι τοῦ χαρίστηκαν πολλά, τόσα ποὺ δὲν τοῦ ἄξιζαν σὲ καμία περίπτωση. Ἐπειδὴ συναισθάνεται ὅτι τοῦ χαρίστηκαν πολλά, ἀγαπάει πολύ. Ξεχειλίζει ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Κύριό του καὶ τοὺ συνδούλους του. Ἀγαπήθηκε πολὺ καὶ μπορεῖ νὰ ἀγαπήσει, συγχωρέθηκε μεγαλόψυχα καὶ μπορεῖ νὰ συγχωρήσει[5].


Ἡ γεύση τοῦ μεγάλου καὶ πλουσίου ἐλέους τοῦ Θεοῦ ἄλλωστε χάριζεται κυρίως καὶ κατεξοχὴν στὴ λατρεία, μάλιστα στὴ θεία λειτουργία, πάντοτε ἐν κοινωνία μὲ τὴν Ἐκκλησία. Κανεὶς δὲν γεύεται τὸ μέγα καὶ πλούσιον ἔλεος μόνος του ἀλλὰ πάντοτε καλεσμένος σὲ δεῖπνο, στὸ τραπέζι τῆς Βασιλείας[6] «σῦν πᾶσι τοῖς ἁγίοις»[7].


Ἡ γεύση τοῦ ἐλέους, τοῦ μεγάλου καὶ πλουσίου, κατ’ ἀκρίβειαν εἶναι πρόγευση. Πρόγευση ὅσων ἐτοίμασε ὁ Θεὸς γι’ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀγαποῦν, «ἅ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη»[8] Γιὰ τὴ συντριπτικὴ πλειοψηφία τῶν χριστιανῶν ἡ πρόγευση εἶναι πολὺ μικρή, σὲ διάρκεια καὶ σὲ ἔνταση. Συνήθως διαρκεῖ λίγα δευτερόλεπτα. Καὶ σὲ αὐτὴν πάντως τὴν περίπτωση ἀρκεῖ γιὰ νὰ σαγηνεύσει τὴν ψυχὴ καὶ νὰ τὴν ἐλκύσει σὲ νηφάλιο μέθη, ὅπως μιὰ σταγόνα γευστικὸ κρασί παρασύρει σὲ μεθύσι, κατάπως ἔλεγε ἀσκητής τις, γέρων ἐρημίτης.


Αὐτὴ λοιπὸν ἡ γεύση ἡ μικρή τοῦ μεγάλου καὶ πλουσίου ἐλέους, δὲν πρέπει οὐδόλως νὰ ὑποτιμᾶται. Ὁμοιάζει μὲ τὴ ζύμη «ἣν λαβοῦσα γυνὴ ἐνέκρυψε εἰς ἀλεύρου σάτα τρία, ἑὼς οὗ ἐζυμώθη ὅλον»[9]. Ἡ ἀνακαίνιση τοῦ ὅλου ἀνθρώπου γίνεται ἀφανῶς καὶ ἡσύχως μὲ ὑπομονὴ πολλὴ καὶ ἡ γεύση τοῦ θείου ἐλέους ἀποτελεῖ τὴν σωτηριώδη ἀρχή.


Ἡ γεύση τοῦ θείου ἐλέους ὡς μεγάλου καὶ πλουσίου προκαλεῖ στὴ φιλότιμη καὶ καλοπροαίρετη ψυχὴ συγκλονισμὸ μετανοίας, καθὼς θεᾶται πλέον καθαρὰ μέσα στὸ φῶς τῆς Χάριτος τὴν ἄβυσσο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴ μιὰ καὶ τὴν ἄβυσσο τῆς προσωπικῆς καὶ πανανθρώπινης πτώσης ἀπὸ τὴν ἄλλη. «Ἄβυσσος ἄβυσσον ἐπικαλεῖται»[10] Ἡ ἄβυσσος τῆς πτώσης τὴν ἄβυσσο τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ ἐλέους. Τὸ μέγεθος τῆς ἀντίθεσης γεννᾶ τὸ χαροποιὸν πένθος, τὴν ἄσκηση τῆς μετανοίας, τὴ σύντονο προσευχή, τὴν προσμονὴ ἐν τῇ θείᾳ λατρείᾳ.


Ὁ γευσάμενος τοῦ μεγάλου καὶ πλουσίου ἐλέους εἶναι πλήρης ἐν Χριστῷ ἀλλὰ συναισθανόμενος τὴν καθεαυτὸν κενότητα. Εἶναι χορτάτος καὶ ξεδιψασμένος καὶ συγχρόνως πεινῶν καὶ διψῶν. «Ὅν τρόπον ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων, οὕτως ἐπιποθεῖ ἡ ψυχή» του πρὸς τὸν Θεό. Διψᾶ ἡ ψυχή του τὸν Θεό τὸν ζῶντα[11] καὶ συγχρόνως πίνοντας τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν δὲν διψᾶ εἰς τὸν αἰῶνα[12].


Μεθεόρτων ἀτάκτων λογισμῶν τε καὶ στοχασμῶν πέρας.
Τῷ δὲ Θεῷ ἡμῶν τῷ παρέχοντι τὸ μέγα καὶ πλούσιον ἔλεος
δόξα, τιμὴ καὶ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.


π. Ἠ.Κ.


[1] Βλ. Εὐχὴ τῆς Ἐκτενοῦς.
[2] Ψάλμ. 89,14.
[3] Βλ. Στιχηρὸ τῶν αἴνων Ὄρθρου ε΄ Δεκεμβρίου, Ὁσίου Σάββα τοῦ ἡγιασμένου.
[4] Πρβλ. Φίλ. 3,8.
[5] Πρβλ. Λουκ. 7, 41-50.
[6] Πρβλ. Λουκ. 14, 16-24. Λουκ. 22, 29-30.
[7] Ἐφεσ. 3, 18.
[8] Α΄ Κορ., 2,9.
[9] Ματθ. 13, 33.
[10] Ψαλμ. 41, 8.
[11] Ψαλμ. 41, 2-3.
[12] Ἰω., 4,14.


Ἀποχαιρετήσαμε σήμερα τὴν Ἀνάληψη,

τὴν ἑορτὴ τὴ γλυκυτάτη...


Ἀνυμνήσαμε εὐγνωμόνως τὴ φωτοειδὴ

τοῦ προσώπου μορφὴ

τοῦ Κυρίου...


Βεβαιωθήκαμε διὰ τῆς εὐλογίας...


Εἰμαστε πλέον κεκρυμμένοι

σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ


στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Πατρὸς ...


Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2009


Αινείτε Αυτόν οι ουρανοί των ουρανών...
Αινείτε Αυτόν πετεινά πτερωτά ...
ο ουρανός χαμογελά
το γαρ φως Αυτού φως ιλαρόν...
Καλό μήνα!