Αποφθέγματα

Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2010

Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ: ΔΥΟ ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΕΠΟΧΕΣ.



ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ: ΔΥΟ ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΕΠΟΧΕΣ

Η εορτή του αγ. Γρηγορίου Παλαμά, την B' Κυριακή των Νηστειών, ο οποίος έζησε σε κρίσιμη ιστορική περίοδο (1296-1359), δίνει αφορμή να σκεφθούμε ότι η διδασκαλία του είναι αρκετά επίκαιρη, αφού ο 14ος αιώνας έχει πολλές ομοιότητες με την εποχή μας. Φυσικά η διδασκαλία του δεν είναι δική του εφεύρεση, αφού την ταραχώδη εκείνη εποχή εξέφρασε τη διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Τα ιστορικά πλαίσια

Ακριβώς εκείνη την εποχή εμφανίστηκαν τρείς φοβεροί εχθροί, οι οποίοι εποφθαλμιούσαν τα εδάφη της Ρωμαικής Αυτοκρατορίας, επεδίωκαν δε και την αλλοίωση της πολιτιστικής της ζωής.

Ο πρώτος κίνδυνος προερχόταν από τον σχολαστικισμό της Δύσεως, που συνδεόταν αναπόσπαστα με τον ηθικισμό, όπως εκφραζόταν από τον φιλόσοφο Βαρλαάμ. Προσπάθησαν μερικοί να παρουσιάσουν τον Βαρλαάμ ωσάν έναν ελληνίζοντα Πατέρα της Εκκλησίας ή ακόμη υπέρμαχο του νομιναλισμού, όπως τον εξέφραζε ο Γουίλιαμ Όκκαμ. Όπως απέδειξε ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, ο Βαρλαάμ ήταν Πλατωνιστής φιλόσοφος και βρισκόταν σε αντίθεση με την όλη Ορθόδοξη Παράδοση. Πράγματι, η θεολογία του ήταν ιδεαλιστική και δυιστική, αφού ξεχώριζε την ψυχή από το σώμα, υποτιμούσε το δεύτερο και εκινείτο στα πλαίσια της κλασικής μεταφυσικής.

Ο δεύτερος κίνδυνος προερχόταν από τους Οθωμανούς. Τα τέλη του 13ου αιώνος μια ορδή των Σελτζούκων Τούρκων, που ονομάζοταν Ghuzz, απέκτησε ως αρχηγό κάποιον Οσμάν (Οθμάν), οποοίος υπήρξε ο ιδρυτής της δυναστείας των Οθωμανών, στους οποίους έδωσε το όνομά του και άρχισε να καταλαμβάνει τις επαρχίες της Μικράς Ασίας. Κατά την εποχή του αγ. Γρηγορίου Παλαμά και συγκεκριμένα το 1354 μ.Χ., για πρώτη φορά οι Οθωμανοί εισήλθαν στη Θράκη, καταλαμβάνοντας την Καλλίπολη. Τότε συλλαμβάνεται και ο ίδιος και και παρέμεινε περίπου ένα χρόνο αιχμάλωτος. Κατά την διάρκεια της αιχμαλωσίας του έκανε διάλογο τόσο με τον Ισμαήλ, εγγονό του Ορχάν, στην Προύσσα, όσο και με τους Χιόνας, μια συγκρητιστική ομάδα, που παρουσιάσθηκαν ως οι θεολόγοι των Τούρκων. Επίσης έκανε διάλογο και με έναν Τασιμάνη, υπεύθυνο για την ταφή των νεκρών. Οι διάλογοι αυτοί είναι αρκετά ενδιαφέροντες.

Ο τρίτος κίνδυνος προερχόταν από τους Σλάβους και συγκεκριμένα από τον Στέφανο Δουσάν, ο οποίος είχε καταλάβει ολόκληρη τη Μακεδονία, εκτός από τη Θεσσαλονίκη, καθώς επίσης την Ήπειρο, Θεσσαλία και μέρος της Στερεάς Ελλάδος. Μάλιστα το Πάσχα του 1346 στην πρωτεύουσα του τα Σκόπια, συνεκάλεσε μεγάλη Σύνοδο, η οποία εξέλεξε Πατριάρχη των Σέρβων και ανεκύρηξε τον Στέφανο Βασιλέα Σέρβων και Ρωμαίων. Βέβαια για να είμαστε ακριβείς, θα λέγαμε ότι ο Στέφανος Δουσάν τότε επεδίωκε την κατάληψη του θρόνου της Κωνσταντινούπολης, για να είναι διάδοχος των Ρωμαίων Αυτοκρατόρων. Επρόκειτο για στάση μέσα στους κόλπους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Η ύπαρξη των τριών αυτών παραγόντων συνοδευόταν και από παράλληλα πολιτιστικά και θρησκευτικά ρεύματα. Κυρίως επικρατούσε ένας ηθικισμός αποξενωμένος από τα υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου, μια ευδαιμονία και ένας ανατολικός μυστικισμός. Αν προσθέσει κανείς και την αναβίωση της αιρέσεως Μασσαλιανών, τους οποίους συνάντησε ο άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς στο Παπίκιο όρος, που συνδέονται με τους Βογομίλους, τότε αντιλαμβάνεται τα προβλήματα της εποχής εκείνης.

Δημιουργική και ρωμαλέα θεολογία

Σε όλους αυτούς τους κινδύνους ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αντέταξε μια ρωμαλέα θεολογία. Ομίλησε για την ένωση κτιστού και ακτίστου, αρνήθηκε τη μεταφυσική, υπογράμμισε σοβαρά ανθρωπολογικά ζητήματα, όπως τη σχέση μεταξύ ψυχής και σώματος και τη διάκριση του νού από τον λόγο, τη σύνδεση μεταξύ μυστηρίων και ασκήσεως, απέφυγε τον αγνωστικισμό και πανθεϊσμό, αντικατέστησε τον ευδαιμονισμό από την ορθόδοξη άσκηση. Επίσης η κοινωνική του διδασκαλία ήταν περίφημη. Πέρα από αυτά ο άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς ως παραδοσιακός Ρωμιός αρνήθηκε να συμπράξει με τους εχθρούς της Ρωμιοσύνης και παρουσίασε όλη την ουσία της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Έτσι και ο ίδιος συνετέλεσε στη θωράκιση του Γένους μας, αλλά και στην άνθηση που παρατηρήθηκε τον 14ο αιώνα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο διάσημος βυζαντινολόγος Στηβεν Ράνσιμαν γράφει ότι «οι ημέρες των Παλαιολόγων, όταν το Βυζάντιο αργά αλλά αναπόφευκτα πέθαινε, ήταν, σε αντίθεση με την γενική παρακμή, η λαμπροτέρα περίοδος της βυζαντινής παιδείας».

Αν προσθέσει κανείς ότι μαθητές του αγ. Γρηγορίου του Παλαμά και άλλοι ησυχαστές μετέφεραν την δυναμικότητα της ησυχαστικής παραδόσεως στους Σλάβους, τότε μπορεί να εκτιμήσει ακόμη περισσότερο την προσφορά του, την οποία δεν μπορούμε να αποκαλέσουμε υποτιμητικά και σκωπτικά ομφαλοσκοπία ή ομφαλοψυχία. Τουλάχιστον συνιστά άγνοια που εκθέτει.

Η διδασκαλία του του αγ. Γρηγορίου του Παλαμά είναι επίκαιρη και χρειάζεται να μελετηθεί ακόμη περισσότερο. Και επειδή εφέτος συμπληρώνονται 700 χρόνια από την γέννηση του, προτείνω να γίνουν εορτές, εκδηλώσεις, συνέδρια επιστημονικά για να παρουσιασθεί το μεγαλόπνοο έργο του. Πολύ περισσότερο αφού οι Δυτικοί προβαίνουν σε παράλληλες ενέργειές, συγκροτούν επιστημονικές ομάδες, διοργανώνουν συνέδρια, δημιουργούν σχολές για να μειώσουν και να υποτιμήσουν τη διδασκαλία και την προσωπικότητά του.

Ομιλία του π. Ν. Λουδοβίκου περί των εσχάτων. Β΄ Μέρος.

Ομιλία του π. Ν. Λουδοβίκου περί των εσχάτων. Α΄ Μέρος.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΑΡΤΙΟΥ 2010

i. ν. ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΤΙΣΣΗΣ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΙΕΡΩΝ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ

ΜΑΡΤΙΟΣ 2010

ΗΜ.

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ

ΩΡΑ

1

Δευτ.

Ὄρθρος, Ὧρες

Ἁγιασμός, Μεγάλο Ἀπόδειπνον

6:00 π.μ.

3:30 μ.μ.

2

Τριτ.

Ὄρθρος, Ὧρες

Μεγάλο Ἀπόδειπνον

6:00 π.μ.

4:00 μ.μ.

3

Τετ.

Ὄρθρος, Ὧρες

Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων

6:00 π.μ.

4:00 μ.μ.

4

Πέμπ.

Ὄρθρος, Ὧρες

Μεγάλο Ἀπόδειπνον

6:00 π.μ.

4:00 μ.μ.

5

Παρ.

Λειτουργία Προηγιασμένων Δώρων

Γ΄ ΣΤΑΣΗ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ

6:00 π.μ.

6:00 μ.μ.

6

Σάββ

Ὄρθρ., Θ. Λειτ., Τῶν ἐν Ἀμορίῳ 42 μαρτύρων, Ἀνάμνησις εὐρέσεως Τ. Σταυροῦ

Ἑσπερινός

6:00 π.μ.

5:00 μ.μ.

7

Κυρ.

Γ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ, ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ

Κατανυκτικός Ἑσπερινός, ΙΕΡΟΝ ΕΥΧΕΛΑΙΟΝ

6:30 π.μ.

4:00 μ.μ.

8

Δευτ.

Ὄρθρος, Ὧρες

Μέγα Ἀπόδειπνον

6:00 π.μ.

4:00 μ.μ.

9

Τρίτη

Ὄρθρος, Ὧρες

Μέγα Ἀπόδειπνον

6:00 π.μ.

4:00 μ.μ.

10

Τετ.

Ὄρθρος, Ὧρες

Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων

6:00 π.μ.

4:00 μ.μ.

11

Πέμ

Ὄρθρος, Ὧρες

Μέγα Ἀπόδειπνον

6:00 π.μ.

4:00 μ.μ.

12

Παρ.

Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων

Δ΄ ΣΤΑΣΗ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ

6:00 π.μ.

6:00 μ.μ.

13

Σάββ

Ὄρθρος, Θεία Λειτ. Ἀνακομιδὴ Λειψάνων Νικηφόρου Κων/λεως

Ἑσπερινός

6:00 π.μ.

5:00 μ.μ.

14

Κυρ.

Δ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ, ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ, Βενεδίκτου Ὁσίου

Κατανυκτικός Ἑσπερινός

6:30 π.μ.

5:00 μ.μ.

15

Δευτ

Ὄρθρος, Ὧρες

Μέγα Ἀπόδειπνον

6:00 π.μ.

4:00 μ.μ.

16

Τρίτη

Ὄρθρος, Ὧρες

Μέγα Ἀπόδειπνον

6:00 π.μ.

4:00 μ.μ.

17

Τετ.

Λειτουργία Προηγιασμένων Δώρων

Μέγας Κανών

6:00 π.μ.

4:00 μ.μ.

18

Πέμπ

Ὄρθρος, Ὧρες

Μέγα Ἀπόδειπνον

6:00 π.μ.

4:00 μ.μ.

19

Παρ.

Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ (ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ)

6:00 π.μ.

6:00 μ.μ.

20

Σάββ

Ὄρθρ. Θ. Λειτ., Τῶν ἐν τῇ Μονῇ τοῦ Ἁγ. Σάββα ἀναιρεθέντων Πατέρων

Ἑσπερινός

6:00 π.μ.

5:00 μ.μ.

21

Κυρ.

Ε΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ, ΟΣΙΑΣ ΜΑΡΙΑΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ

Κατανυκτικός Ἑσπερινός

6:30 π.μ.

5:00 μ.μ.

22

Δευτ.

Μέγα Ἀπόδειπνον

4:00 μ.μ.

23

Τρίτη

Ὄρθρος, Ὧρες

Μέγα Ἀπόδειπνον

6:00 π.μ.

4:00 μ.μ.

24

Τετ.

Ὄρθρος, Ὧρες

Ἑσπερινός

6:00 π.μ.

5:00 μ.μ.

25

Πεμ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Ὄρθρος, Θ. Λειτ.

Ἑσπερινός

6:30 π.μ.

5:00 μ.μ.

26

Παρ.

Λειτουργία Προηγιασμένων Δώρων

Μικρόν Ἀπόδειπνον, Κανών τοῦ Λαζάρου

6:00 π.μ.

5:00 μ.μ.

27

Σάββ.

ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ Ὄρθρ., Θ. Λειτ., (Ματρώνης τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ)

Ἑσπερινός

6:00 π.μ.

5:00 μ.μ.

28

Κυρ.

ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ

Ἀκολουθία τοῦ Νυμφίου

6:30 π.μ.

7:00 μ.μ.

29

ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ: Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων

Ἀκολουθία τοῦ Νυμφίου

6:30 π.μ.

7:00 μ.μ.

30

ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ: Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων

Ἀκολουθία τοῦ Νυμφίου

6:30 π.μ.

7:00 μ.μ.

31

ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ: Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων

ΙΕΡΟΝ ΕΥΧΕΛΑΙΟΝ

Ἀκολουθία τοῦ Νυμφίου

6:30 π.μ.

5:30 μ.μ.

7:00 μ.μ.

Ἐφημέριοι: Ἀρχιμ. Ἀδαμάντιος Κυκκώτης τηλ. 99680717

π. Ἠλίας Κουτραφούρης τηλ. 99514569

· Γιὰ διευθετήσεις μυστηρίων μπορεῖτε νὰ ἐπικοινωνεῖτε μὲ τὸν π. Ἠλία.


Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2010

Ανορθόδοξα στοιχεία στη λειτουργική μας πράξη. (Χρήστος Γιανναράς- π. Κων/νος Στρατηγόπουλος)


Συνομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου με τον Χρήστο Γιανναρά σχετικά με τα ανορθόδοξα στοιχεία που αλλοιώνουν τη λειτουργική μας ζωή.

Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010

Ἡ Ὀρθόδοξη εἰκόνα ὡς τόπος καὶ τρόπος πολλαπλῶν συναντήσεων

Εὐστάθιος Γιαννῆς - Ἡ Ὀρθόδοξη εἰκόνα ὡς τόπος καὶ τρόπος πολλαπλῶν συναντήσεων

Ἀναδημοσίευση ἀπό:

Ὁ Εὐστάθιος Κ. Γιαννῆς εἶναι Θεολόγος καὶ Ἁγιογράφος


Ἡ τετρακτὺς τῶν συναντήσεων: Ἡ εἰκόνα τοῦ Κυρίου

Ἡ ὀρθόδοξη εἰκόνα, ὡς θεολογικὴ γλώσσα, «μιλάει» γιὰ πολλαπλὲς συναντήσεις καὶ ταυτόχρονα καλεῖ σὲ συναντήσεις.

Εἰκόνα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, κατὰ πρῶτον, ἀποτελεῖ φανέρωση καὶ ὁρατὴ πιστοποίηση τῆς ἀλήθειας τῆς πίστεώς μας ὅτι «Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί». Ὅτι ἡ ἀπερινόητη καὶ ἀχώρητη καὶ ἄπειρη θεία φύση «κενοῦται» καὶ συναντᾶ τὴν πεπερασμένη ἀνθρώπινη φύση· ὅτι τὸ ἄκτιστο συναντᾶται μὲ τὸ κτιστὸ καὶ ὑπάρχει μὲ τὸν τρόπο τοῦ κτιστοῦ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ Πενθέκτη Σύνοδος (691) μὲ τὸν 82ο κανόνα της, προκειμένου νὰ ὑπογραμμίσει τὴν κεφαλαιώδους σημασίας ἀλήθεια τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως, ἀπαγορεύει στὸ ἑξῆς τὴ συμβολικὴ ἀπεικόνιση τοῦ Ἰησοῦ μὲ τὴ μορφὴ τοῦ ἀμνοῦ καὶ ὁρίζει: «ἀναστηλοῦσθαι τὴν εἰκόνα Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, κατὰ τὸν ἀνθρώπινον χαρακτῆρα». Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ θὰ εἶναι σὲ θέση οἱ πιστοὶ νὰ κατανοοῦν «τὸ τῆς ταπεινώσεως ὕψος τοῦ Θεοῦ Λόγου» καὶ θὰ χειραγωγοῦνται «πρὸς μνήμην τῆς ἐν σαρκὶ πολιτείας τοῦ τε πάθους αὐτοῦ καὶ τοῦ σωτηρίου θανάτου καὶ τῆς ἐντεῦθεν γενομένης τῷ κόσμῳ ἀπολυτρώσεως».

Σύμφωνα, λοιπόν, μὲ τὴ συνοδικὴ ἀπόφαση ἡ Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ γίνεται τόπος φανέρωσης αὐτῆς τῆς λυτρωτικῆς συνάντησης τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο. Φανερώνει τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός, ἡ σαρκωμένη Ἀλήθεια στὴν πληρότητά της, τὴν ὁποία ὤφειλε ἡ χριστιανικὴ κοινότητα νὰ τὴν δείξει στὰ μάτια ὅλων, γιὰ νὰ ὑπογραμμίζεται ἔτσι ἡ ἄρνηση κάθε ἀφηρημένης καὶ μεταφυσικῆς σύλληψης τῆς θρησκείας. Ἀλήθεια στὸ ἑξῆς δὲν εἶναι μιὰ ἰδέα ἢ ἕνα ἀφηρημένο σχῆμα, ἀλλὰ συγκεκριμένο πρόσωπο ποὺ μπορεῖ νὰ εἰκονίζεται. Ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ πιὰ ὄχι μόνο νὰ μιλάει γιὰ τὴν ἀλήθεια ἀλλὰ καὶ νὰ τὴν δείχνει: Εἶναι ἡ Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ εἰκονίζει τὸ πρόσωπο ἢ τὴν ὑπόσταση τοῦ ἔνσαρκου Λόγου, στὴν ὁποία συναντῶνται καὶ ἑνώνονται «ἀσυγχύτως» καὶ «ἀδιαιρέτως» ἡ θεία καὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση. «Παντὸς εἰκονιζομένου οὐχ ἡ φύσις, ἀλλ᾿ ἡ ὑπόστασις εἰκονίζεται· περιγραπτὸς ἄρα Χριστὸς καθ᾿ ὑπόστασιν, κἂν τῇ θεότητι ἀπερίγραπτος, σημειώνει χαρακτηριστικὰ ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης». Μὲ τὴ σαφὴ αὐτὴ πατερικὴ διάκριση φύσεως καὶ προσώπου ἢ ὑποστάσεως ὑπερβαίνεται ὁ σκόπελος τόσο τοῦ μονοφυσιτισμοῦ, ὅσο καὶ τοῦ νεστοριανισμοῦ καὶ προβάλλεται ἡ ὀρθόδοξη ἄποψη ὅτι στὴν Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ γίνεται ὁρατὸ τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου μὲ τὴν ἀνθρώπινη μορφή του, ὅπως ἔγινε ὁρατὸ καὶ ἱστορικὰ κατὰ τὴν ἐνανθρώπησή του.

Ἡ Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ δὲν φανερώνει μόνο τὴ συνάντηση τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλ᾿ ἀποτελεῖ ταυτόχρονα καὶ κάλεσμα συνάντησης τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Αὐτῆς τῆς δεύτερης συνάντησης φανερώσεις ἀποτελοῦν οἱ Εἰκόνες τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν Ἁγίων, τῶν φίλων τοῦ Θεοῦ.

Οἱ εἰκόνες τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν Ἁγίων

Οἱ Εἰκόνες τῆς Θεοτόκου, κατὰ πρῶτον, εἴτε ὡς βρεφοκρατούσας, εἴτε ὡς γλυκοφιλούσας, εἴτε ὡς δεομένης καὶ «κεκλιμένης» στὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, φανερώνουν, μέσα ἀπο τὴν βαθύτατη «σημαντικὴ» τῆς ὀρθόδοξης ἁγιογραφίας, τὴν Παρθένο Μαρία ὡς «οὐρανὸν» καὶ «γῆν ἀγαθὴν» καὶ «ὅρος ἀλατόμητον» καὶ «μήτραν εὐθυνοῦσαν» - ὡς μητέρα τοῦ Θεοῦ. Δηλαδή, ὡς τὴν κόρη ποὺ «ταύτισε στὴν ὕπαρξή της τὴ ζωὴ τοῦ κτιστοῦ μὲ τὴ ζωὴ τοῦ ἀκτίστου, ἕνωσε στὴ δική της ζωὴ τὴν κτίση μὲ τὸν κτίστη της». Ὡς «ἐκεῖνο τὸ κτίσμα ποὺ - μόνο αὐτὸ μέσα σὲ ὅλη τὴ δημιουργία τοῦ Θεοῦ, τὴν ὑλικὴ καὶ πνευματικὴ - ἔφτασε στὴν πληρότητα τοῦ σκοποῦ γιὰ τὸν ὁποῖο ὑπάρχει ἡ κτίση: στὴν πληρέστερη δυνατὴ ἑνότητα μὲ τὸν Θεό, στὴν πληρέστερη πραγματοποίηση τῶν δυνατοτήτων τῆς ζωῆς». Γι᾿ αὐτό, ἀμφισβητώντας οἱ εἰκονομάχοι τὴν Εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, ἀμφισβητοῦσαν τελικὰ τὴν δυνατότητα ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος, ἑνωμένος μὲ τὸν Χριστό, νὰ γίνει κατὰ χάριν Θεός, ἀφοῦ τὸ «Θεοτόκος» νοεῖται καὶ λέγεται «οὐ μόνον διὰ τὴν φύσιν τοῦ Λόγου, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν θέωσιν τοῦ ἀνθρώπου».

Αὐτὴν τήν, θείᾳ χάριτι, θέωση τοῦ ἀνθρώπου φανερώνουν, κατὰ δεύτερο λόγο, οἱ Εἰκόνες τῶν Ἁγίων. Οἱ Ἅγιοι τῆς ὀρθόδοξης εἰκονογραφίας εἶναι τὰ πρόσωπα ποὺ συνάντησαν ὀντολογικὰ τὸν Χριστὸ καὶ ἑνώθηκαν ὑπαρκτικὰ μαζί Του. Καὶ μεσα ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἕνωση ἀλλοιώθηκαν «τὴν μακαρίαν ἀλλοίωσιν» ἀναστήλωσαν ἐντός τους τὴν πεπτωκυΐαν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἀποκαθιστώντας την στὸ ἀρχέγονο κάλλος, καὶ μεταμορφώθηκαν ἔτσι σὲ ναοὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ κατοικητήρια τοῦ Θεοῦ- σὲ δόξα τοῦ Θεοῦ. Σύμφωνα μὲ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ. Στὸ πρόσωπο τῶν μεταμορφωμένων καὶ θεωμένων μελῶν τῆς Ἐκκλησίας δοξάζεται ὁ Θεός. Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν θείαν δοξολογίαν ἐκφράζουν οἱ Εἰκόνες τῶν Ἁγίων. Ἀποκαλύπτουν μπροστὰ στὰ μάτια μας τὸ δρόμο ποὺ πορεύθηκαν γιὰ νὰ συναντήσουν τὸν Χριστὸ καὶ νὰ γίνουν ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἰκονογραφώντας τοὺς Ἁγίους της, μᾶς ὑπενθυμίζει «ἐπώνυμα τὴν προσωπικὴ ταυτότητα τῶν δοξασμένων μελῶν της· δηλώνει δηλαδὴ τὴν ἰδιαιτερότητα τῶν εἰκονιζομένων προσώπων μὲ τὴν νέα ἐν Χριστῷ ὑπόστασή τους, ἡ ὁποία βεβαιώνει καὶ τὴν ἀσύσχυτη μετοχὴ τῶν εἰκονιζομένων στὴ θεία δόξα καὶ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ». Οἱ Εἰκόνες, συνεπῶς, τῶν Ἁγίων «ἀποκαλύπτουν τὶς ὀντολογικὲς -ἠθικὲς συνέπειες τοῦ Χριστολογικοῦ δόγματος στὴν ἐν Χριστῷ ὕπαρξη τῶν εἰκονιζομένων προσώπων», δηλαδὴ τὴ θεώση. Ἀποτελοῦν, μὲ ἄλλα λόγια, εἰκαστικὴ ἔκφραση καὶ (δια)τύπωση τῆς γνωστῆς φράσης τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου: «αὐτὸς γὰρ (= ὁ Θεὸς) ἐνηνθρώπισεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν».

Τὸ φῶς στὴν ὀρθόδοξη εἰκόνα

Ἡ εἰκαστικὴ αὐτὴ διατύπωση τῆς μεταμόρφωσης καὶ θέωσης τοῦ ἀνθρώπου γίνεται καὶ μετὰ ἄλλους βέβαια εἰκαστικοὺς χειρισμούς, κυρίως ὅμως μὲ αὐτὸ ποὺ σύγχρονος θεολόγος ἀποκαλεῖ «φωταγωγική· ἢ «φωτοδομὴ» τῆς ὀρθόδοξης Εἰκόνας. Ὁ ὀρθόδοξος ἁγιογράφος, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν ἀναγεννησιακὸ ζωγράφο ποὺ δουλεύει σκιοδομικά, δομεῖ τὴν Εἰκόνα καὶ τὴν πλάθει κυρολεκτικὰ μὲ φῶς. Στὴν τέχνη τῆς Εἰκόνας ἡ παλέττα τῶν χρωμάτων νοεῖται ὡς παλέττα τοῦ φωτός. Ὁ ἁγιογράφος ἀναμειγνύει τὰ χρώματα μὲ φῶς, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ὁ ἅγιος «τῷ φωτὶ ἀναμείγνυται» κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου.

Τὸ φῶς αὐτὸ στὴ βυζαντινὴ ζωγραφικὴ διαδραματίζει ἕναν ἰδιάζοντα ρόλο, ἀναφέρεται στὸ εἶναι τῶν εἰκονιζομένων καὶ ἄρα προσλαμβάνει χαρακτήρα ὀντολογικό. «Ὁ Θεὸς φῶς ἐστί» καὶ ἡ ἐνανθρώπησή του ἀποτελεῖ τὸ φῶς τὸ ἐρχόμενο στὸν κόσμο: «Καὶ γὰρ ἦλθεν, ἐφάνη τὸ φῶς τὸ ἀπρόσιτον». Τὸ φῶς αὐτό, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ εἶναι οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Καὶ τὸ φῶς ποὺ καταλάμπει τὶς ἱερὲς Εἰκόνες εἶναι αὐτὴ ἀκριβῶς «ἡ θεία ἐνέργεια καὶ κατὰ συνέπεια τὸ οὐσιῶδες στὸ περιεχόμενο τῆς Εἰκόνας». Τὸ φῶς μὲ τὸ ὁποῖο φωτίζεται ἡ ὀρθόδοξη Εἰκόνα δὲν εἶναι τὸ φυσικὸ φῶς ποὺ ἐκπορέυεται ἀπὸ μιὰ συγκεκριμένη ἐξωτερικὴ πηγή, ὥστε νὰ ὑπακούει στοὺς ἄτεγκτους καὶ ἀπρόσωπους νόμους τῆς εὐθύγραμμης διάδοσης τοῦ φωτός - μὲ ὅλες τὶς συνέπειες αὐτῶν τῶν νόμων, ὅπως συμβαίνει στὴ δυτικὴ τέχνη. Εἶναι, ἀντίθετα, ἕνα φῶς «ἄνωθεν καταβαῖνον» καὶ ἔσωθεν καταυγάζον τὰ εἰκονιζόμενα, διαχεόμενο ταυτόχρονα παντοῦ, χωρὶς συγκεκριμένη ἑστία οὔτε γωνία φωτισμοῦ, ποὺ θὰ ἔσπαγε τὴ φανέρωση τῆς πανταχοῦ παρουσίας του. Εἶναι ὡσάν νὰ κατεβαίνει «φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στῆ γῆ καὶ φωτίζει ἐκ τῶν ἔσω ὁλόκληρη τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη». Γιὰ τὴν ὀρθόδοξη εἰκονογραφική μας παράδοση εἶναι τὸ ἄκτιστο θαβώρειο φῶς, ποὺ περιέλαμψε τὸν Κύριο στὸ ὅρος τῆς Μεταμορφώσεως. Καὶ ἀκριβῶς ἡ μετοχὴ σ᾿ αὐτὸ τὸ ἄκτιστο μεταμορφωτικὸ φῶς ὑποστασιάζει τὰ εἰκονιζόμενα, τοὺς χαρίζει ὑπόσταση καὶ ταυτότητα· τὰ κάνει νὰ εἶναι ὅ,τι εἶναι. Τέτοιας ποιότητας φῶς καταυγάζει τὶς ἁγιασμένες ὑπάρξεις τῶν εἰκονιζομένων καὶ ἀποτελεῖ πρόγευση καὶ ἀρραβώνα τῆς ἐσχατολογικῆς ὄγδοης ἡμερας -«ἔλευση τῆς παρουσίας». Ὅθεν τὸ φῶς τῆς Εἰκόνας ἔχει χαρακτήρα «θεοφανικὸ» ὡς ἔκφραση θείων ἐνεργειῶν πάνω στὴν κτίση καὶ τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα μεταμορφώνει. Θὰ μπορούσαμε, λοιπόν, νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ὀρθόδοξη Εἰκόνα αἰσθητοποιεῖ εἰκαστικὰ τὴν ὡραία περιγραφὴ τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, τὴν ἀναφερομένη στὴ διὰ τοῦ θείου πυρός, ἤγουν τῆς ἀκτίστου χάριτος, μεταμόρφωση τοῦ σώματος τῶν ἁγίων: «Οὕτω δὴ καὶ τὰ σώματα τῶν ἁγίων ὑπὸ τῆς ἑνωθείσης τῇ ψυχ·ῇ αὐτῶν χάριτος, ἤτοι τοῦ θείου πυρὸς μεταλαμβάνοντα, ἁγιάζονται καὶ ἐκπυρούμεαν διαυγῆ καὶ αὐτὰ γίνονται καὶ πολὺ τῶν ἄλλων σωμάτων διαφορώτερα καὶ τιμιώτερα ἀποκαθίστανται».

Τὸ ἀρχέγονον κάλλος

Στὰ πλαίσια αὐτῆς τῆς ὀρθόδοξης εἰκονολογικῆς φωταγωγικῆς, θὰ συνοψίζαμε λέγοντας ὅτι ἡ Εἰκόνα δὲν ἀναπαριστᾶ τὸν φυσικὸ κόσμο τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου. Ἀπεναντίας, ἀποκαλύπτει στὰ μάτια μας τὸ μεταμορφωμένο ἀπὸ τὴ θεία χάρη παραδεισιακὸ χωρόχρονο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ὁ κόσμος τῆς Εἰκόνας εἶναι «ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυία ἐν δυνάμει» ὁ κόσμος ποὺ κοινωνεῖ τὴν αἰωνιότητα. Ἡ ὀρθόδοξη Εἰκόνα παρουσιάζει πῶς τὸ φθαρὲν ἀπὸ τὴν πτώση «κατ᾿ εἰκόνα», μπορεῖ νὰ ἀποκατασταθεῖ στὸ «ἀρχέγονον κάλλος». Φανερώνει «τὴ δυνατότητα ποὺ ἔχει τὸ ταπεινὸ ὑλικὸ τοῦ κόσμου, ἡ σάρκα τῆς γῆς καὶ τοῦ ἀνθρώπου, νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὴ θεία ζωή, νὰ ἐνδυθεῖ τὸ φθαρτὸ ἀφθαρσία». Αὐτὴ τὴν ἀλήθεια «ἀρθρώνει» μὲ τὸ χρωστήρα του ὁ ἁγιογράφος «ὄχι σχηματκὰ καὶ ἀλληγορικά, ἀλλὰ ἀποτυπώνοντας στὸ σχέδιο καὶ στὸ χρῶμα τὴν ἀφθαρτοποίηση καὶ τὴ δόξα τῆς ἀνθρώπινης καὶ τῆς κοσμικῆς σάρκας».