Αποφθέγματα

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2009

«Τὸ μέγα καὶ πλούσιον ἔλεος»



Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ εἶναι μέγα καὶ πλούσιο. Ὁ «περιεστὼς» γύρω ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο λαός πάντοτε αὐτὸ «ἀπεκδέχεται» καὶ ὁ προεστὼς πρεσβύτερος ὑπὲρ αὐτοῦ ἐκτενῶς εὔχεται[1]. Οἱ πλεῖστοι πάλι τῶν ὕμνων καταλήγοντας τὸ προσφωνοῦν εὐχαριστιακά καὶ εὐγνωμόνως. Ἡ θεία λατρεία εἶναι τοῦ θείου ἐλέους, τοῦ μεγάλου καὶ πλουσίου, ἡ προσδοκία καὶ ἐμπειρία.


Ἡ γεύση τοῦ θείου ἐλέους ἡ ἔστω μικρὴ καὶ τρόπον τινὰ δειγματολειπτικὴ εἶναι ἐκείνη ποὺ ξυπνᾶ στὸν ἄνθρωπο τὶς πνευματικὲς αἰσθήσεις, τὶς ἀτονοῦσες ἕνεκα παρατεταμένης ἀκηδείας, πνευματικῆς δηλαδὴ ραθυμίας καὶ ἀμελείας. Ἐξάγει τὴ βαθεία καρδία ἀπὸ τὸ πνευματικὸ κῶμα τῆς λήθης τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν πνευματικὴ ἀφασία διανοίγοντας τὸ πνευματικὸ «ὄμμα» στὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Αὐτοῦ εὐεργεσίας.


Τὸ ξύπνημα αὐτὸ τοῦ ἔσω ἀνθρώπου χάρη στὴ γεύση τοῦ μεγάλου καὶ πλουσίου ἐλέους τοῦ Θεοῦ προμηνύει τὴν παρέλευση τῆς νυκτὸς τῶν παθῶν τῆς ἀγνωσίας καὶ τὸ γλυκοχάραγμα τοῦ πρωινοῦ φωτὸς τῆς ἀνεσπέρου Βασιλείας. Ἔτσι, θὰ μποροῦσε νὰ ἑρμηνευθεῖ μυστικῶς καὶ ἀναγωγικῶς καὶ τὸ ψαλμικὸ λόγιο «ἐνέπλήσθημεν τὸ πρωὶ τοῦ ἐλέους σου Κύριε, καὶ ἠγαλλιασάμεθα...»[2].


Ἡ γεύση τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ χαρίζει πνευματικὴ ἀγαλλίαση καὶ ἡδονὴ πλήρη εἰρήνης καὶ χάριτος, ἡ ὁποία μεταμορφώνει τὸν ἄνθρωπο σὲ «ὑπερόπτη τῶν κάτω καὶ παρεπίδημο», σὲ «ἐραστὴ τὸν ἄνω καὶ οὐρανοπολίτη»[3]. Ἀλλάζει ὁ τρόπος ἀξιολόγησης τῆς ζωῆς, τῶν πραγμάτων καὶ τῶν νοημάτων. Τὰ πρὶν περιζήτητα καὶ ἡδονικὰ τώρα ἀποκαλύπτονται εὐτελῆ καὶ ὀδυνηρά, τὰ πρίν σημαντικὰ τώρα ἀνούσια, καὶ ὄντως «σκύβαλα»[4].


Ἡ ἐκπληξη τοῦ μεγάλου καὶ πλουσίου ἐλέους εἶναι στὴν οὐσία της ἔκπληξη εὐγνωμοσύνης καὶ εὐχαριστίας γιὰ τὴ δωρεὰ τῆς Χάριτος, γιὰ τὸ κεκρυμμένο δῶρο ποὺ ἀνακαλύφθηκε ἢ μᾶλλον ἀποκαλύφθηκε ἀπρόσμενα.


Ὁ γευσάμενος τοῦ μεγάλου καὶ πλουσίου ἐλέους νοιώθει ὅτι τοῦ χαρίστηκαν πολλά, τόσα ποὺ δὲν τοῦ ἄξιζαν σὲ καμία περίπτωση. Ἐπειδὴ συναισθάνεται ὅτι τοῦ χαρίστηκαν πολλά, ἀγαπάει πολύ. Ξεχειλίζει ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Κύριό του καὶ τοὺ συνδούλους του. Ἀγαπήθηκε πολὺ καὶ μπορεῖ νὰ ἀγαπήσει, συγχωρέθηκε μεγαλόψυχα καὶ μπορεῖ νὰ συγχωρήσει[5].


Ἡ γεύση τοῦ μεγάλου καὶ πλουσίου ἐλέους τοῦ Θεοῦ ἄλλωστε χάριζεται κυρίως καὶ κατεξοχὴν στὴ λατρεία, μάλιστα στὴ θεία λειτουργία, πάντοτε ἐν κοινωνία μὲ τὴν Ἐκκλησία. Κανεὶς δὲν γεύεται τὸ μέγα καὶ πλούσιον ἔλεος μόνος του ἀλλὰ πάντοτε καλεσμένος σὲ δεῖπνο, στὸ τραπέζι τῆς Βασιλείας[6] «σῦν πᾶσι τοῖς ἁγίοις»[7].


Ἡ γεύση τοῦ ἐλέους, τοῦ μεγάλου καὶ πλουσίου, κατ’ ἀκρίβειαν εἶναι πρόγευση. Πρόγευση ὅσων ἐτοίμασε ὁ Θεὸς γι’ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀγαποῦν, «ἅ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη»[8] Γιὰ τὴ συντριπτικὴ πλειοψηφία τῶν χριστιανῶν ἡ πρόγευση εἶναι πολὺ μικρή, σὲ διάρκεια καὶ σὲ ἔνταση. Συνήθως διαρκεῖ λίγα δευτερόλεπτα. Καὶ σὲ αὐτὴν πάντως τὴν περίπτωση ἀρκεῖ γιὰ νὰ σαγηνεύσει τὴν ψυχὴ καὶ νὰ τὴν ἐλκύσει σὲ νηφάλιο μέθη, ὅπως μιὰ σταγόνα γευστικὸ κρασί παρασύρει σὲ μεθύσι, κατάπως ἔλεγε ἀσκητής τις, γέρων ἐρημίτης.


Αὐτὴ λοιπὸν ἡ γεύση ἡ μικρή τοῦ μεγάλου καὶ πλουσίου ἐλέους, δὲν πρέπει οὐδόλως νὰ ὑποτιμᾶται. Ὁμοιάζει μὲ τὴ ζύμη «ἣν λαβοῦσα γυνὴ ἐνέκρυψε εἰς ἀλεύρου σάτα τρία, ἑὼς οὗ ἐζυμώθη ὅλον»[9]. Ἡ ἀνακαίνιση τοῦ ὅλου ἀνθρώπου γίνεται ἀφανῶς καὶ ἡσύχως μὲ ὑπομονὴ πολλὴ καὶ ἡ γεύση τοῦ θείου ἐλέους ἀποτελεῖ τὴν σωτηριώδη ἀρχή.


Ἡ γεύση τοῦ θείου ἐλέους ὡς μεγάλου καὶ πλουσίου προκαλεῖ στὴ φιλότιμη καὶ καλοπροαίρετη ψυχὴ συγκλονισμὸ μετανοίας, καθὼς θεᾶται πλέον καθαρὰ μέσα στὸ φῶς τῆς Χάριτος τὴν ἄβυσσο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴ μιὰ καὶ τὴν ἄβυσσο τῆς προσωπικῆς καὶ πανανθρώπινης πτώσης ἀπὸ τὴν ἄλλη. «Ἄβυσσος ἄβυσσον ἐπικαλεῖται»[10] Ἡ ἄβυσσος τῆς πτώσης τὴν ἄβυσσο τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ ἐλέους. Τὸ μέγεθος τῆς ἀντίθεσης γεννᾶ τὸ χαροποιὸν πένθος, τὴν ἄσκηση τῆς μετανοίας, τὴ σύντονο προσευχή, τὴν προσμονὴ ἐν τῇ θείᾳ λατρείᾳ.


Ὁ γευσάμενος τοῦ μεγάλου καὶ πλουσίου ἐλέους εἶναι πλήρης ἐν Χριστῷ ἀλλὰ συναισθανόμενος τὴν καθεαυτὸν κενότητα. Εἶναι χορτάτος καὶ ξεδιψασμένος καὶ συγχρόνως πεινῶν καὶ διψῶν. «Ὅν τρόπον ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων, οὕτως ἐπιποθεῖ ἡ ψυχή» του πρὸς τὸν Θεό. Διψᾶ ἡ ψυχή του τὸν Θεό τὸν ζῶντα[11] καὶ συγχρόνως πίνοντας τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν δὲν διψᾶ εἰς τὸν αἰῶνα[12].


Μεθεόρτων ἀτάκτων λογισμῶν τε καὶ στοχασμῶν πέρας.
Τῷ δὲ Θεῷ ἡμῶν τῷ παρέχοντι τὸ μέγα καὶ πλούσιον ἔλεος
δόξα, τιμὴ καὶ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.


π. Ἠ.Κ.


[1] Βλ. Εὐχὴ τῆς Ἐκτενοῦς.
[2] Ψάλμ. 89,14.
[3] Βλ. Στιχηρὸ τῶν αἴνων Ὄρθρου ε΄ Δεκεμβρίου, Ὁσίου Σάββα τοῦ ἡγιασμένου.
[4] Πρβλ. Φίλ. 3,8.
[5] Πρβλ. Λουκ. 7, 41-50.
[6] Πρβλ. Λουκ. 14, 16-24. Λουκ. 22, 29-30.
[7] Ἐφεσ. 3, 18.
[8] Α΄ Κορ., 2,9.
[9] Ματθ. 13, 33.
[10] Ψαλμ. 41, 8.
[11] Ψαλμ. 41, 2-3.
[12] Ἰω., 4,14.

1 σχόλιο:

  1. Πάτερ Ηλία ,
    την ευχή σας .
    Εύχομαι Το Έλεος Του Θεού ,
    να πλημμυρίσει τις ψυχές και τις υπάρξεις ολονών μας.

    Καλή συνέχεια...

    ΑπάντησηΔιαγραφή